HomePosts Tagged "κριτική"

κριτική Tag

Την κριτική επιτροπή για το βραβείο της ερχόμενης χρονιάς ανακοίνωσαν οι διοργανωτές του International Booker Prize, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την ανακοίνωση των φετινών αποτελεσμάτων, που πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση λόγω του κορονοϊού.

Επικεφαλής της κριτικής επιτροπής θα είναι η ιστορικός και συγγραφέας Lucy Hughes-Hallett (στη φωτογραφία), ενώ μέλη της επιτροπής θα είναι οι συγγραφείς Aida Edemariam, Neel Mukherjee και George Szirtes, καθώς και η καθηγήτρια ιστορίας Olivette Otele. Μάλιστα, όπως έγινε γνωστό, η κριτική επιτροπή έχει ήδη από τον Μάιο αρχίσει να εξετάζει πιθανές υποψηφιότητες για το βραβείο, το οποίο απονέμεται σε βιβλία μεταφρασμένης λογοτεχνίας στα αγγλικά και συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 50.000 λιρών, που μοιράζονται ο/η συγγραφέας του βιβλίου και ο/η μεταφραστής/στριά του.

Πηγή: diastixo.gr

«Τρεις ώρες ασταμάτητα
αφηγούνταν ασθμαίνοντας η Ζωή-Μαρία.
Δεν τόλμησα να την διακόψω ούτε για ένα τσιγάρο.
Με είχε συνεπάρει ο λόγος της,
ήξερα όλους τους ήρωες της ιστορίας της
και μου κρατούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον…»

«…Έρωτας. Τι μεγαλείο. Εξαιτίας του γίνανε όλα. Μαρία-Ρόζα τη λέγανε…»

Κάπως έτσι, σαν παραμύθι, αρχίζει την αφήγηση της ιστορίας του ο πολυγραφότατος και πολυπράγμων Δημήτρης Βαρβαρήγος, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για αισθηματικό μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα είναι ένα συναρπαστικό, πολύ καλά δομημένο ιστορικοκοινωνικό μυθιστόρημα, στελεχωμένο με πραγματικά κοινωνικά, οικονομικά και ιστορικά στοιχεία, γεμάτο περιπέτειες, απρόοπτα και ανατροπές. Ο έρωτας είναι γενεσιουργό στοιχείο και επηρεάζει ενίοτε θετικά, συνήθως αρνητικά την πορεία της ιστορίας και τις εξελίξεις της οικογενειακής υπόθεσης, καθώς και τις μεταλλάξεις του χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των ηρώων, ανάλογα με τις ανάγκες και τις περιπτώσεις, αλλά ως έναν βαθμό.

Ξεκινάει από την Ιταλία αρχές του 1930, με ήρωες δύο ερωτευμένους νέους, τη Μαρία-Ρόζα, όμορφη κόρη από πλούσια οικογένεια, και τον ορμητικό, ασυμβίβαστο, θαρραλέο, ωραίο αλλά φτωχό Σαλιβέριο Μοντανάρι, συνεχίζεται στη Ζάκυνθο και ολοκληρώνεται στην Αθήνα, στα Πετράλωνα μέσα στην κατοχική Ελλάδα, τον Εμφύλιο και μετά τον Εμφύλιο με ήρωες δυο ερωτευμένους πάλι νέους και πρωταγωνίστρια τη Ζωή-Μαρία, την πρωτότοκη κόρη της Αθηνάς και του Χαράλαμπου.

Καλύπτει πάνω από μισόν αιώνα ιστορικού, κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού βίου της οικογένειας Μοντανάρι, η οποία συμπορεύεται με τους ρυθμούς της εποχής ακολουθώντας εξ ανάγκης και καθεστώτος τα βήματα του ιστορικού χώρου και χρόνου της Ελλάδας, όπου τελικά «επέλεξαν» να ζήσουν. Απολογητής των πεπραγμένων της οικογένειας Μοντανάρι καθίσταται η Ζωή-Μαρία, η τελευταία, καθώς φαίνεται, απόγονος της οικογένειας και κλείνει ο κύκλος ζωής της μεγάλης οικογένειας, μαζί με τον βιολογικό της κύκλο, αμέσως μετά τη συμπλήρωση της τρίωρης αφήγησής της.

«…Έρωτας. Τι μεγαλείο. Εξαιτίας του γίνανε όλα. Μαρία-Ρόζα τη λέγανε…, το μισό της όνομα μου δώσανε. Ερωτεύτηκε τον Σαλιβέριο Μοντανάρι, έναν άντρα κατώτερης τάξης από τους Καλτσέτι. Ο πλούσιος πατέρας απαγορεύει να παντρευτεί η κόρη του έναν κατώτερό της. Ο έρωτάς τους όμως καρπίζει στα σπλάχνα της και για να μην μαρτυρήσει το μυστικό με πρακτικά μέσα μόνη της ρίχνει το μωρό αλλά αιμορραγεί επικίνδυνα. Η Φραντζέσκα, η οικονόμος, κρυφά απ’ όλους τη μεταφέρει στο Νοσοκομείο των Αθώων. Μέρες αργότερα, ο Σαλιβέριος με τη βοήθεια των φίλων του Βερονέζε και της Σίβυλλας κλέβει την αγαπημένη του και φεύγουν από την Ιταλία. Η ψυχικά άρρωστη μητέρα της Μαρίας-Ρόζας για να καθυστερήσει την αναζήτησή τους από τον Καλτσέτι βάζει μέσα στη φόδρα του φορέματός της βαριά ασημικά και πέφτει στον ποταμό Άρνο…»

Η ιστορία, σε πρώτο επίπεδο, είναι μια συνηθισμένη, απλή, οικογενειακή, καθημερινή ιστορία, μια από τις δεκάδες χιλιάδες που γράφτηκαν τον εικοστό αιώνα. Μια ιστορία που αφηγείται και περιγράφει το επαναλαμβανόμενο δράμα που ζουν διαδοχικά δύο γενιές της ίδιας οικογένειας: της Μαρίας-Ρόζας και του Σαλιβέριου, η περιπέτεια των οποίων ξεκίνησε στην Ιταλία με το διπλό δράμα: την αναγκαστική ματαίωση κύησης από την ίδια τη Μαρία-Ρόζα και τη σκόπιμη αυτοχειρία της ψυχικά άρρωστης μητέρας της, συνεχίστηκε στη Ζάκυνθο με πολλαπλά σκαμπανεβάσματα για να καταλήξει τελεσίδικα στην παλιά Αθήνα, στα Πετράλωνα, φτωχή, πολύτεκνη και ρημαγμένη.

Συνεχίζεται με διαμελισμένη την οικογένεια κακήν κακώς από τα παιδιά τους, τον Ντίνο, που έγραψε τη δική του ιστορία ως τρομερός κουρσάρος Μπαρμπαρήγος, ο φόβος και ο τρόμος των πλουσίων, που κούρσευε για να βοηθάει τους φτωχούς, αλλά εξαφανίστηκε γιατί δεν άντεχε να παραδοθεί και να υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του και χάθηκαν τα ίχνη του, αφήνοντας πίσω του μόνη τη γυναίκα που για χάρη του θυσιάστηκε, να μεγαλώνει μόνη το παιδί τους, τον καρπό του μεγάλου έρωτά τους· τον Δημήτρη, που δεν φαίνεται να άφησε στοιχεία συμμετοχής στα δρώμενα της οικογένειας Μοντανάρι· τον Γιάννη, που οι δύο όμορφες κόρες του αλλοτριώθηκαν για να επιβιώσουν· την Ασημίνα, που παντρεύτηκε καλοστεκούμενο Αθηναίο κι έζησε στον δικό της κόσμο πλουσιοπάροχα ένα μεγάλο διάστημα της ζωής της αδιαφορώντας και περιφρονώντας τη φτωχή οικογένειά της, για να καταλήξει δυστυχισμένη· και το στερνοπαίδι και χαϊδεμένο τους, τον καχεκτικό, ραχιτικό, όμως πανέξυπνο και καλόβολο και μαζί συμπλεγματικό Χαράλαμπο, ο οποίος με διάφορα κόλπα και έξυπνες επιλογές κατάφερε να μπει σχεδόν με το «έτσι θέλω» γαμπρός σε ένα ξεπεσμένο αθηναϊκό πλουσιόσπιτο, βάζοντας στο πλευρό του τη μικρότερη από τις τρεις κόρες του σπιτονοικοκύρη του, την Αθηνά, μια καλλονή, που δεν συμβιβάστηκε ποτέ μ’ αυτόν τον επιβεβλημένο γάμο, γεννώντας, ωστόσο, από καθήκον, τέσσερα παιδιά με πρωτότοκη τη Ζωή-Μαρία, το στήριγμά της!

Η Ζωή-Μαρία, που εκ των πραγμάτων είναι υποχρεωμένη να φροντίσει τα τρία μικρότερα αδέρφια της μετά τον θάνατο των γονιών της και είναι εκείνη που θα γράψει τον επίλογο της ατελεύτητης οικογενειακής τραγωδίας ή, μάλλον, είναι εκείνη που θα βάλει την υπογραφή της κλείνοντας τον κύκλο της αφήγησης με την κατάθεση της ψυχής της.

Αν και ο συγγραφέας είναι ένας, ίσος ο μοναδικός επιζών από την οικογένεια Μοντανάρι, βγαίνει από την ιστορία της οικογένειας, παίρνει τον ρόλο του ακροατή και καταγράφει τα γεγονότα όπως του τα αφηγείται η Ζωή-Μαρία, η οποία με το κλείσιμο των ματιών της καταθέτει την ψυχή της στα χέρια, προφανώς, του εγγονού της και κλείνει τον κύκλο της οικογένειας, ύστερα από περίπου έναν αιώνα, για να αρχίσει ένας νέος κύκλος σε διαφορετικό περιβάλλον, με άλλους ήρωες, άλλους πρωταγωνιστές σε άλλες, εντελώς διαφορετικές συνθήκες, ήθη και έθιμα.

Αν και φαινομενικά οι άντρες είναι κύριοι και ελέγχουν τις καταστάσεις, οι γυναίκες είναι εκείνες που κρατούν το νήμα, που επηρεάζουν είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, ορίζουν, καθορίζουν και κατευθύνουν την πορεία της οικογένειας και μαζί την ιστορία και μέσα από την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, που αρχίζει με τη δικτατορία του Μεταξά, μπαίνει ολοκληρωτικά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο και συνεχίζεται ίσαμε τη δεκαετία του 1990, καλύπτει σχεδόν τον εικοστό αιώνα.

Παρακολουθώντας τα βήματα και την εξελικτική πορεία και διαδρομή της οικογένειας Μοντανάρι στην Αθήνα για περίπου 60 χρόνια, παρακολουθούμε ανάγλυφη τη ζωή των Αθηναίων όπως αναδύεται διαδοχικά μέσα από την καθημερινότητα της συγκεκριμένης οικογένειας, που οι ρίζες της βρίσκονται στην Ιταλία αλλά υποχρεώνονται να ζήσουν στην Ελλάδα σαν Έλληνες, ίσαμε την ώρα που κι αυτή η πραγματικότητα ανατρέπεται με την ιταλική Κατοχή και η οικογένεια υφίσταται όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και την κατακραυγή των γειτόνων που θεωρούν τον ταλαίπωρο, καχεκτικό Χαράλαμπο προδότη, πράκτορα των Ιταλών…

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, η γερμανική Κατοχή που έσπειρε τον θάνατο και προξένησε την υλική και ηθική καταστροφή και εξαθλίωση των ανθρώπων στη χώρα και κυρίως στην Αθήνα, την πρωτεύουσα, και σε όλες τις μεγάλες πόλεις, διέλυσε όχι μόνο τη ζωή της οικογένειας Μοντανάρι αλλά και ολόκληρου του ελληνικού λαού.

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, χρησιμοποιώντας ως αφηγήτρια τη Ζωή-Μαρία, ενώ καταγράφει καταλεπτώς τα γεγονότα, είναι συγχρόνως ακροατής και θεατής παρατηρώντας από περιωπής τα δρώμενα όπως μεταφέρονται εξελισσόμενα από τη μια σκηνή στην άλλη καθ’ όλη τη διαδρομή της οικογενειακής τραγωδίας με κάποια διαλείμματα ομαλής οικογενειακής ζωής.

Όπως ο ομηρικός Οδυσσέας συμμαζεύει στην αφήγηση μιας βραδιάς στα γόνατα της βασίλισσας Αρήτης τα γεγονότα της δεκάχρονης θαλασσινής του περιπέτειας, έτσι και η Ζωή-Μαρία μέσα σε τρεις ώρες κατέθεσε τη μυθιστορηματική βιογραφία της οικογένειάς της στη συγγραφική δεινότητα του εγγονού της. Με το πλεονέκτημα αυτό, της θεώρησης των γεγονότων από περιωπής, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Πίστη και περηφάνια κάνει συναίρεση του χρόνου στον συγκεκριμένο, σταθερό τόπο/χώρο. Και με τον τρόπο αυτό δίνει συμπυκνωμένο και με δυνατές εικόνες χάους και σκοτεινότητας και ελάχιστα διαστήματα πρόσκαιρης ιστορικής ηλιοφάνειας, χωρίς χαλαρώσεις και κενά, τον απλωμένο σε πολλά επίπεδα χώρου και χρόνου οικογενειακό βίο των Μοντανάρι μέσα στη συμβιούσα κοινότητα πολλών οικογενειών γύρω από μια κοινή αυλή. Ο αναγνώστης μένει με την εντύπωση πως άκουγε την ιστορία από το στόμα της Ζωής-Μαρίας ίσαμε την τελευταία της λέξη, έχοντας στα μάτια του την εικόνα των δύο ηρώων να κλείνουν την αυλαία με τη λήξη του δράματος.

Εκτός όλων των σημαντικών ιστορικών στοιχείων και την ανάγλυφη εικόνα της κατοχικής Αθήνας που δίνει με σαφήνεια επιμένοντας στη λεπτομέρεια και στις αποχρώσεις τόσο στο φυσικό, όσο και στο ανθρώπινο τοπίο, το μυθιστόρημα Πίστη και περηφάνια επιβάλλεται με την αλήθεια και την ομορφιά του άψογου ελληνικού ποιητικού λόγου. Ο Βαρβαρήγος, ένας συνειδητοποιημένος δημιουργός, ένας τρυφερός, γλυκύτατος πεζογράφος ποιητής, διαθέτει ευρεία θεώρηση των ιστορικών πραγμάτων του χώρου και του χρόνου, όπου κινείται συγγραφικά, και δομεί το έργο του με στέρεα υλικά πάνω σε γερές βάσεις με υπόβαθρο τον ιστορικό βίο και την ανθρωπογεωγραφία της εποχής που τον απασχολεί συγγραφικά. Γι’ αυτό κινείται άνετα και φέρνει κοντά μας τη ζοφερή εκείνη πραγματικότητα, χωρίς ωστόσο να προκαλεί τον οίκτο, αλλά τον θαυμασμό, γιατί οι ήρωές του είναι ατόφιοι, σταθεροί και πειστικοί, ολοκληρωμένοι, πραγματικοί.

Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις 24 γράμματα/Δαμιανός σε πολύ προσεγμένη και πανέμορφη έκδοση με χαρακτηριστικό εξώφυλλο, που προκαλεί ευχάριστα το ενδιαφέρον. Από τις ίδιες Εκδόσεις, με επιμέλεια του Δημήτρη Βαρβαρήγου, κυκλοφορεί ο καλαίσθητος τόμος με τίτλο Μέσα από σένα, μια συλλογή διηγημάτων τριάντα Ελλήνων σύγχρονων συγγραφέων, τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον τόσο με την ποικιλία των θεμάτων, όσο και ως προς τον ξεχωριστό τρόπο που κάθε δημιουργός επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του.

Πηγή: diastixo.gr

Αφότου πέθανε ο Μπουκόβσκι (1920-1994), έχει γίνει θέμα πολλών άρθρων και κειμένων κριτικής για τη ζωή και το έργο του. Αν και αγαπήθηκε από πολλούς απλούς ανθρώπους και έγινε σύμβολο για ανθρώπους με ανικανότητες ή προβλήματα αλκοολισμού, οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν δώσει ελάχιστη σημασία στα γραπτά του. Θεωρείται όμως από πολλούς ως ένας πολύ σπουδαίος ποιητής, με μεγάλη επιρροή και πατέρας του κινήματος του βρόμικου ρεαλισμού. Οι Jean Genet και Jean-Paul Sartre τον είχαν χαρακτηρίσει ως τον μεγαλύτερο ποιητή της Αμερικής.

Αθυρόστομος, πρόστυχος, ερωτικός, ανατρεπτικός, συνήθης και ανοίκειος μαζί. Ελευθεριάζων και ενστικτώδης ο Μπουκόβσκι. Βρόμικες σκέψεις, λέξεις, εικόνες, απίστευτη παρρησία και με μόνιμη ροπή στην εκτροπή και την παρεκτροπή. Ευθύς, λιτός, ανενδοίαστος, ρεαλιστής, χωρίς τάσεις ωραιοποίησης ή προσπάθεια να κολακεύσει με περιττά στολίδια ή τερτίπια τον αναγνώστη.

«Για τον έρωτα» ο λόγος σε ωραία, άκρως επικοινωνιακή και λειτουργική μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου, που έχει πιάσει τον σφυγμό των ποιημάτων και αναδεικνύει το ύφος τους. Σε ανθολόγηση-επιμέλεια του Αbel Debritto. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη στη σειρά «Σύγχρονοι Κλασικοί». Ας σημειωθεί ότι ο Λαμπράκος έχει γράψει και ένα εκτενές πόνημα για την ποιητική και τη φιλοσοφία του «Ντοστογέβσκι της δεκαετίας του ’70»: Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018).

Ποιητικός ο Μπουκόβσκι, ενώ είναι κυρίως πεζογράφος, με χιούμορ, ενώ μιλάει πάντα για θέματα σοβαρά. Κυνικός και ατημέλητος πιο πολύ, παρά τρυφερός και «σοβαρός» με τη συμβατική έννοια του όρου. Επειδή φαίνεται πως δεν τον ενδιαφέρουν οι τυπικότητες, οι φόρμες και οι νόρμες. Ούτε τον ενδιαφέρει να αποδείξει κάτι. Τα ποιήματά του σφύζουν από ζωντάνια, αμεσότητα, ανεπιτήδευτη απλότητα, από πλουραλισμό. Δίνουν το αίσθημα της κίνησης, του πετάγματος, του απλώματος. Σε βάζουν σε σουρεαλιστικά σκηνικά, που δείχνουν όψεις του έρωτα, σε αφοπλίζουν, σου χαρίζουν εικόνες που σχεδόν πάντα έχουν αυτοαναφορικότητα. Διότι δεν μπορεί να μην αντλεί από τις εμπειρίες του ο Μπουκόβσκι, καθώς ποτέ δεν κλείστηκε σε γυάλινο πύργο για να γράψει για την αγάπη, το σεξ και τον έρωτα. Οι λέξεις σάρκα από τη σάρκα του. Οι ανάσες του πραγματικές. Οι ατάκες του βγαλμένες από στιγμιότυπα της ζωής του. Πρωταγωνίστριες στα γραπτά του κυρίως γυναίκες. Σημαντικές ή ασήμαντες γυναίκες που πέρασαν απ’ τη ζωή του. H πουτάνα που πήρε τα ποιήματά του, η καλή γυναίκα, ο κόμματος με τον οποίο κάνει one night stand, η κοιμισμένη γυναίκα, η κόρη του, η Τζέιν, η Μαρίνα, η Σάλι, η γοργόνα, η γαμάτη κυρία, μια στριπτιζέζ και άλλες. Πάθος, ειλικρίνεια, λαγνεία, δόσιμο, ηδονή, απόλαυση, οι όψεις του ερωτευμένου ανθρώπου, αλλά και οι τρόποι του. Χωρίς καθωσπρεπισμό ή συστολή. Πηγαία έκφραση. Ιδιάζων χρωματισμός με τη χρήση της αργκό. Ποιήματα διασκεδαστικά και παιγνιώδη που σου μιλάνε και, κυρίως, σε αναστατώνουν. Εξομολογήσεις, εντυπώσεις, υπερβολές. Λόγος χειμαρρώδης – όχι ακαδημαϊκός, όχι στεγνός ή σοφιστικέ. Δημιουργεί συνήθως δυνατές εικόνες, εύγλωττες, που διαθέτουν μια δυναμική.

Στη σελίδα 225 της έκδοσης, στις Πηγές, αναφέρονται τα εξής: «Όλα τα ποιήματα στο Για τον έρωτα είναι πιστές αναπαραγωγές των χειρογράφων που υπέβαλε ο Μπουκόβσκι σε εκδότες μικρών περιοδικών. Οι αλλαγές του επιμελητή είναι ελάχιστες. Όπου δεν εντοπίστηκε ένα ορισμένο χειρόγραφο, χρησιμοποιήθηκε η έκδοση του περιοδικού σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η φωνή και το ύφος του Μπουκόβσκι – τα ποιήματα που εξέδωσε ο Black Sparrow Press, ιδίως στην περίπτωση των μεταθανάτιων συλλογών, έχουν υποστεί δραματικές αλλαγές. […]» Και ακολουθούν οι πηγές που επισημαίνουν ποια εκδοχή χρησιμοποιήθηκε για κάθε ποίημα, καθώς και την ημερομηνία δημοσίευσης (σσ.225-233).

Το βιβλίο είναι εμπλουτισμένο με σκίτσα και λεζάντες, που συνοδεύουν ορισμένα ποιήματα και ανήκουν στον ίδιο τον Μπουκόβσκι. Εμπεριέχονται και 5 χαρακτηριστικές φωτογραφίες του σε διάλογο με τα κείμενα.

Ένα βιβλίο που αγγίζει το σήμερα, που αναρωτιέται πού πηγαίνει η ζωή όταν σταματά, αλλά και τι αυτή μπορεί να μας χαρίσει, αρκεί να έχουμε ανοιχτές τις κεραίες μας. Ένα βιβλίο που αναπνέει.

Πηγή: diastixo.gr

Έχω γνωρίσει στη ζωή μου ανθρώπους που ο κύριος, αν όχι ο μοναδικός, τρόπος επικοινωνίας τους με το περιβάλλον και τους συνανθρώπους τους ήταν μέσα από τους στίχους και τους τίτλους τραγουδιών, μέσα από τίτλους άλμπουμ και ονόματα συγκροτημάτων.

Ανθρώπους που μετέτρεπαν τις μουσικές που εξακοντίζονταν και τις εικόνες που ξεπηδούσαν από τα αγαπημένα τους τραγούδια και άλμπουμ σε γλωσσικό κώδικα και εκφραστική αργκό και, με τον τρόπο αυτό, διά μέσου δηλαδή των «ηρώων» τους, μπορούσαν να εκφραστούν κι οι ίδιοι. Μερικές φορές το κάνω κι εγώ. Άλλοι καταλαβαίνουν, άλλοι υποθέτουν, κάποιοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι θέλουμε να πούμε…

Με αναφορές στο ροκ

Υπάρχει όμως εκεί στη Θεσσαλονίκη ένας μάστορας του είδους, ένας λογοτέχνης που εδώ και μια επταετία, από την εποχή που μας συστήθηκε ως συγγραφέας, δουλεύει με υπομονή και μεράκι, με ευλαβική προσήλωση και χειρουργική ακρίβεια πάνω στον ατελείωτο καμβά της μυθολογίας του ροκ και στέλνει προς όσους έχουν την επιθυμία και τη δυνατότητα να τον αντιληφθούν, κωδικοποιημένα αλλά ευανάγνωστα μηνύματα.

Ο Μπάμπης Αργυρίου κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες το τρίτο λογοτεχνικό βιβλίο του, το οποίο –όπως και τα προηγούμενα δύο, Έχω όλους τους δίσκους τους (2013) και Προτιμώ τα παλιά τους (2015)– έχει αναφορές στο ροκ, εδώ ίσως πιο έντονες απ’ ό,τι στα δύο πρώτα (βλ. κριτική εδώ και εδώ).

Ο Μπάμπης Αργυρίου είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία του ελληνικού underground: μουσικοκριτικός, εκδότης, παραγωγός και (εσχάτως) λογοτέχνης. Για τους νεότερους αποτελεί ένα ορόσημο, καθώς είναι ο πρώτος μιας γενιάς γραφιάδων για μουσικά θέματα που «εκδημοκράτισε» τη σχέση αναγνωστικού κοινού και ροκ δημοσιογραφίας και πυροδότησε τα μυαλά, τις ψυχές και τις πένες πολλών νεότερων – μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο υπογράφων αυτό το κείμενο. Σε μια πορεία τεσσάρων δεκαετιών δημιούργησε τα Ράδιο Free (1980-87), Rollin Under fanzine (1985-91), Lazy Dog Records (1985-2005), MiC Books (2013-) και είναι συνδημιουργός του MiC.gr (2000-).

Το Άλμπουμ διασκευών είναι μια συλλογή μικρών διηγημάτων, καθένα από τα οποία έχει ως τίτλο το όνομα ενός αγαπημένου καλλιτέχνη ή συγκροτήματος. Γραμμένα σε διαφορετικό πρόσωπο και με διάφορες αφηγηματικές τεχνικές (κάποιο από αυτά είναι η παράθεση μιας αλληλογραφίας, σε κάποιο άλλο διαβάζουμε τα γράμματα θαυμαστών ενός συγκροτήματος), τα διηγήματα αυτά συντίθενται αριστοτεχνικά από «υλικά» που προσφέρουν απλόχερα στον συγγραφέα τα ίδια τα συγκροτήματα.

Υπέροχο μουσικό-γλωσσικό παζλ

Τίτλοι τραγουδιών και άλμπουμ, ονόματα από υπαρκτά ή φανταστικά πρόσωπα τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από μπάντες και συνθέτες/στιχουργούς για να γράψουν τραγούδια, βιογραφικά στοιχεία μουσικών, τοπωνύμια, ιστορικά γεγονότα, μύθοι και θρύλοι από τον μικρόκοσμο της δισκογραφικής βιομηχανίας κ.ά., ένα πολυφωνικό, υπέροχο παζλ δουλεύεται με υπομονή στα χέρια του συγγραφέα και μετατρέπεται σε συναρπαστική λογοτεχνία.

Αλλόκοτες ιστορίες, noir ατμόσφαιρα, road movie αισθητική, beat συμπεριφορές και πανκ διάλογοι εναλλάσσονται με φρενήρεις ρυθμούς, μετατρέποντας τα διηγήματα του Μπάμπη Αργυρίου σε ένα απολαυστικό λογοτεχνικό τζουκ μποξ: ανοίγεις σε όποια σελίδα θες και διαβάζεις, πηγαίνεις μπρος και πίσω, περνάς από τα μπλουζ και το ροκ στο πανκ κι από το φολκ στο νιου γουέιβ: Όλη η ιστορία της αγγλοσαξονικής μουσικής φωτοβολεί μπροστά μας.

Η σύντομη κι ευέλικτη μορφή του διηγήματος και το απίστευτα πλούσιο υλικό που αξιοποιεί ο συγγραφέας από μια μουσική χωρίς σύνορα, του επιτρέπει να γράψει σε αυτό το βιβλίο τις πιο όμορφες σελίδες μέχρι σήμερα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γνώστης των συγκροτημάτων και των καλλιτεχνών, για να απολαύσει τα διηγήματα του Μπάμπη Αργυρίου. Οι ροκάδες θα το απολαύσουν ακόμα περισσότερο, μιας και πίσω από τους διαλόγους και τις περιγραφές ξεπηδάει ο κόσμος του ροκ, οι συμβολισμοί και τα σημαινόμενα των δεκαετιών που κουβαλάει η μουσική αλλά και ο συγγραφέας.

Το διήγημα «Bob Dylan» είναι ένα από τα ομορφότερα του τόμου: ένας μικροπαραβατικός μουσικός μπαίνει στη φυλακή για να εκτίσει μια ολιγοήμερη ποινή. Εκεί γνωρίζει μια σειρά διάσημους κατάδικους με τους οποίους πιάνει αμέσως κουβέντα, γοητεύεται και τους αποχαιρετάει υποσχόμενος πως όταν θα βγει από τη στενή, θα τους τιμήσει γράφοντάς τους από ένα τραγούδι. Οι κατάδικοι αυτοί είναι ο Rubin «Hurricane» Carter, διάσημος Αφροαμερικανός πυγμάχος που κατηγορήθηκε για δολοφονίες που δεν διέπραξε, ο Lenny Bruce, ο γνωστός «βρομόστομος» κωμικός με τα πολλά προβλήματα με τον νόμο, ο διαβόητος πιστολέρο John Wesley Hardin(g) και ο επίσης ανάλγητος πιστολέρο Billy the Kid – οι δύο τελευταίοι, καταδικασμένοι για πολλές δολοφονίες πολιτών. Όλοι τους υπαρκτά πρόσωπα, που κάποια στιγμή τραγουδήθηκαν από τον μεγάλο νομπελίστα συνθέτη και τραγουδιστή. Ωραία πράγματα.

Πηγή: diastixo.gr

«Ο κώδικας της Δημιουργίας» (Εκδόσεις Anubis) είναι μια από τις λογοτεχνικές σειρές που κεντρίζουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών-φίλων της φαντασίας –και όχι μόνο– τον τελευταίο χρόνο. Αποτελείται από τέσσερα βιβλία, εκ των οποίων τα δύο πρώτα, Ο Γολγοθάς της Εύας και Η πτώση του Αδάμ, έχουν ήδη κυκλοφορήσει, ενώ τα επόμενα δύο αναμένονται σύντομα. Ο Έλληνας συγγραφέας, που επιλέγει το ψευδώνυμο Γιώργος Ζορμπάς (ως φόρο τιμής στον Νίκο Καζαντζάκη και τον πολυθρύλητο ομώνυμο ήρωά του), τοποθετεί το έργο του σε έναν κόσμο όχι πολύ μακρινό από τον δικό μας.

Όλα ξεκινούν από το ιστορικό σταυροδρόμι της Ελλάδας το 2015 και το δραματικό δίλημμα: ευρώ ή δραχμή; Στην εξέλιξη της πλοκής, φαίνεται ότι η τελική επιλογή ήταν η επιστροφή στη δραχμή, με ό,τι, βεβαίως, αυτό συνεπάγεται. Παρατηρούμε λοιπόν μια εξαθλιωμένη ελληνική κοινωνία του 2021, έξω από την Ευρωζώνη, χωρίς συμμάχους, χωρίς εγχώρια παραγωγή και χωρίς εισαγόμενα προϊόντα. Σε αυτή την Ελλάδα, των νεοαστέγων, των λεηλασιών και της ανεξέλεγκτης εγκληματικότητας, διακρίνεται αμυδρά μία αχτίδα φωτός: Ο Νίκος Αυγερινός ανακάλυψε την επιστημονική λύση στο αιώνιο ερώτημα της δημιουργίας του Σύμπαντος. Και μαζί με αυτό, τρόπο για την ατελείωτη παραγωγή ενέργειας, τον χειρισμό του χώρου και του χρόνου, το ταξίδι στο αχανές διάστημα. Ωστόσο, το σπουδαιότερο νέο είναι άλλο: είναι Έλληνας.

Ο Γολγοθάς της Εύας

Το πρώτο βιβλίο της σειράς (α’ έκδοση: Απρίλιος 2019) ξεκινάει με ρυθμό σχεδόν ιλιγγιώδη. Ο συγγραφέας με το πόδι κολλημένο στο γκάζι ρίχνει τον αναγνώστη απευθείας στα βαθιά, περιγράφοντας πιο συγκεκριμένα τη στιγμή της εργαστηριακής επαλήθευσης (;) της θεωρίας του Νίκου Αυγερινού. Αμέσως μετά, ακολουθεί ένα εντυπωσιακό flashback. Ο συγγραφέας γυρίζει τον χρόνο τρεις μήνες πίσω, ώστε να πληροφορηθεί ο αναγνώστης πώς έφτασε η ιστορία ως εδώ.

Στο βιβλίο ξετυλίγονται αρκετές παράλληλες ιστορίες σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια. Εκτός από τον αδέξιο, αλλά ιδιοφυή Αυγερινό (που βιώνει τον έρωτά του με τη δαιμόνια δημοσιογράφο Σοφία), ο αναγνώστης παρακολουθεί τη συνταρακτική ιστορία της οκτάχρονης Αυστριακής Εύας, που απήχθη με τον γιατρό πατέρα της από δυνάμεις της Συρίας, ενώ γίνεται μάρτυρας του παρασκηνίου και των πολιτικών ωσμώσεων στις ΗΠΑ, τη Ρωσία, τη Γερμανία, κράτη τα οποία ορέγονται το υψίστης σημασίας –από γεωστρατηγικής άποψης– κουφάρι της Ελλάδας. Και μέσα σε όλα, η CIA αναπτύσσει το πρώτο ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη, έναν ανίκητο μηχανικό στρατιώτη, με έναν και μόνο σκοπό: να δώσει τέλος στην Ισλαμική Αυτοκρατορία.

Ο Γιώργος Ζορμπάς, μέσα από την καταιγιστική δράση και τις διαδοχικές εναλλαγές σκηνών στην πλοκή, τοποθετεί με μαεστρία τους δρομείς στην αφετηρία. Ο νικητής θα κερδίσει τον κόσμο. Οι υπόλοιποι δρομείς θα χάσουν τα πάντα.

Η πτώση του Αδάμ

Το δεύτερο βιβλίο της σειράς (α’ έκδοση: Ιούνιος 2020) συνεχίζει από εκεί που τελειώνει το πρώτο. Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο (αλλά και κάποιοι νέοι) είναι εδώ, πλην όμως ο συγγραφέας έχει προσχεδιάσει κάποιες δυσάρεστες εκπλήξεις για αυτούς, με την άνοδο της Ισλαμικής Αυτοκρατορίας, τα τρομοκρατικά χτυπήματα και την επικράτηση αρκετών στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Η εξέλιξη της πλοκής επιφυλλάσσει αρκετές γροθιές στο στομάχι του αναγνώστη, όπως για παράδειγμα όταν η Εύα καλείται να γίνει μέλος μουσουλμανικής οικογένειας και πιστή του Ισλάμ, προκειμένου να παραμείνει ζωντανή, όσο η οικογένειά της από την Αυστρία κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες να τη φέρει πίσω.

Ο Αυγερινός προσεγγίζεται από την Ελλάδα με σκοπό την παραχώρηση της τεχνολογίας του, τη στιγμή που η τεχνολογία των Αμερικανών δεν είναι τόσο ασφαλής όσο φαινόταν, καθώς, όπως όλες οι νοημοσύνες, έτσι και οι τεχνητές λειτουργούν κατά το δοκούν (ας δούμε τον συμβολισμό με το όνομα Αδάμ, που έδωσε το πρώτο ρομπότ στον εαυτό του). Το αναγνωστικό κοινό συναντά και πάλι όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν το πρώτο βιβλίο ένα αληθινό page-turner: Γρήγορος ρυθμός, πολύπλοκη υπόθεση, αγωνία, σασπένς και ανατροπές.

Ωστόσο, το δεύτερο βιβλίο είναι πιο ώριμο από το πρώτο, με πιο σαφείς προσανατολισμούς. Αναμενόμενο αυτό, καθώς το υπόβαθρό του έχει στηθεί σε σταθερό έδαφος και ο συγγραφέας γνωρίζει τι ζητά από την κάθε ιστορία και από τον κάθε χαρακτήρα. Να σημειωθεί ότι οι ήρωές του, ακριβώς λόγω της αληθοφάνειάς τους, δεν είναι τέλειοι, δεν είναι άμεμπτοι από ηθική άποψη, αλλά αντίθετα, κάνουν ενίοτε κακές επιλογές, με γνώμονα το δικό τους συμφέρον. Τι πιο αληθοφανές από αυτό;

Ο Γιώργος Ζορμπάς, το πραγματικό όνομα του οποίου θα αποκαλυφθεί μετά την έκδοση του τέταρτου και τελευταίου μέρους της σειράς, γράφει ένα συναρπαστικό θρίλερ συνωμοσίας που κόβει την ανάσα. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του και αισθάνεται «αναγκασμένος» να διαβάσει λίγο ακόμα και άλλο λίγο και άλλο λίγο. Σε αυτό, βεβαίως, βοηθούν η γρήγορη εναλλαγή σκηνών, τα σύντομα κεφάλαια, αλλά και η ξεκούραστη γραφή του βιβλίου, παρά τον όγκο του.

Αν και τα δύο βιβλία μέχρι στιγμής ασχολούνται περισσότερο με καταστάσεις, παρά με προσωπικότητες, οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται με υπομονή και επιμονή και αναλύονται επαρκώς και με πειστικότητα. Το μεγάλο, ωστόσο, πλεονέκτημα των βιβλίων είναι η απρόβλεπτη πλοκή, οι ανατροπές, η ίντριγκα και η σκοτεινή ατμόσφαιρα συνωμοσιών, που πλανιέται απειλητική. Ο συγγραφέας έχει στήσει μια σκακιέρα και ο αναγνώστης παρακολουθεί κρατώντας την αναπνοή του την κίνηση του κάθε πιονιού σε ένα πολυεπίπεδο παιχνίδι τακτικής με διακύβευμα ανθρώπινες ζωές. Το εγχείρημα του Γιώργου Ζορμπά (για την αληθινή ταυτότητα του οποίου υπάρχει μεγάλη περιέργεια) να παίξει σε πολλά ταμπλό ταυτόχρονα φάνταζε αρχικά παρακινδυνευμένο. Ωστόσο, τα καταφέρνει περίφημα τηρώντας πιστά το πλάνο και χωρίς να αδικεί καμία από τις ιστορίες του.

Στα θετικά σημεία του έργου και η ιστοσελίδα www.thecodeofcreation.com, στην οποία ο αναγνώστης θα βρει αρκετές πληροφορίες για τα βιβλία και τους χαρακτήρες.

Πηγή: diastixo.gr

«Ευτυχώς η γη μας δεν είναι σκληρή, οι πρασινάδες της δεν σε πλαντάζουν, τα χαρακτηριστικά της είναι βράχια, βουνά και πελάγη. Κι έχει ένα φως…» (Γιώργος Σεφέρης, «Πάντα πλήρη θεών»)

Μέσα σ’ αυτό το υμνημένο από όλους τους ποιητές μας φως, τις πρασινάδες, τα βουνά και τα πελάγη, τα βράχια έχουν μια ιδιαίτερα σημαίνουσα θέση. Είναι ένα όριο μεταξύ στεριάς και θάλασσας. Είναι και αρχή και τέλος, και ζωή και θάνατος. Και βάση γερή να στηριχτείς.

Βράχια, λοιπόν, καταθέτει ως δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή ο Γιώργος Βέης, πρόσφατο κρίκο στη μακρά αλυσίδα που ξεκίνησε το 1974 και θα ολοκληρωθεί κανείς δεν ξέρει πότε. Πιστός στο χρέος στη θεά Ποίηση, δεν παραλείπει ένα καινούριο κερί να της ανάψει, ένα καινούριο λουλούδι να της προσφέρει. Κοσμεί με λουλούδια και έμβια όντα την αχανή εσθήτα που δεν γνωρίζει φθορά. Σμιλεύει στίχους στα ανθεκτικά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, Βράχια της πατρίδας μας και της ζωής του, που δεν γνωρίζουν χρόνο και γηρατειά. Έχει πάντα στον νου τον πρώτο διδάξαντα Όμηρο, αλλά και κάθε άξιο συνεχιστή της αρχαίας αυτής ιστορίας, με τον οποίο δεν έκοψε ποτέ τον διάλογο και, όπως ο Δάντης με τον Βιργίλιο, βρίσκεται πάντα σε απευθείας συνομιλία μαζί τους:

Εσύ είσαι κι ο ποιητής κι ο δάσκαλός μου, εσύ είσαι και ο μόνος οδηγός που επήρα στην όμορφη γραφή που ετίμησέ με.
(Κόλαση, μτφρ. Ν. Καζαντζάκη, ωδή Α’, στ. 85-86)

Με αυτά τα λίγα αντικλείδια για την εισαγωγή σε μια τέχνη που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται πιο γυμνή, μια γυμνοπαιδία, μπαίνουμε στην αυλή της ποιητικής συλλογής. Ο Βέης μάς δίνει δείγματα του προσωπικού ποιητικού του κώδικα, αλλά πάντα μας διαφεύγει κάτι και ας είναι μπροστά στα μάτια μας. Για να θυμηθούμε την κινεζική λαϊκή ρήση,που εκείνος μας μετέφερε στη Δύση: «Το πιο σκοτεινό σημείο είναι πάντα αυτό που βρίσκεται κάτω από τη λάμπα» ή, με άλλα λόγια, το πιο σκοτεινό μέρος είναι η καρδιά του ήλιου, έτσι λένε οι σοφοί, έτσι και ο ποιητής μάς δείχνει, αλλά εμείς δεν ξέρουμε ποιο από τα αντικλείδια και προς τα πού να το στρέψουμε για να φωτίσουμε το μήνυμα.

Στο «Προαύλισμα» λοιπόν έχουμε τη φύση έτοιμη να εκραγεί· συγκεκριμένη πάντα ώρα, κρατάει την ανάσα της, για να πάρει φόρα και να ξεσπάσει πάνω στα «ατιμώρητα/ όλα αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα», διότι «εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά/ η οργή του αδικημένου». Γιατί η έκρηξη γίνεται όταν ο υβριστής υπερβεί το όριο, όταν «φουσκώσει της πίκρας το προζύμι», όπως έλεγε ο Σεφέρης. Ο ποιητής, παρατηρητής, ξέρει ότι η φύση έχει τον τρόπο της για να ειδοποιεί. Παρατηρούμε μέσα στις λέξεις του αυτό που τρέχει ολοταχώς και ρέει με ορμή σαρωτικά.

Είναι η οργή/ορμή της βιασμένης φύσης από τους τρελούς ανθρώπους και της τρίλιας το «πάθημα». Όλες σχεδόν οι λέξεις σοφά επιλεγμένες τρέχουν πάνω στο κυλιόμενο «ρ». Στη δεύτερη μάλιστα στροφή είναι δεκατρείς φορές αυτό το «ρ» που ρολάρει με τη συνυποδηλωτική επιμονή της επανάληψής του: έρχεται […] το πρωί, ο κορυδαλλός / να συντρίψει τα έργα τρελών ανθρώπων/ λέει η τρίλια τρελή […] όλα ατιμώρητα… υπερηφάνεια εκεί… καρδιά η οργή του αδικημένου.

Και δεν είναι μόνο ο κορυδαλλός και η τρίλια, αλλά και η σουσουράδα, τα τριζόνια, ο σκίουρος, το κρασοπούλι, ο κάστορας, ο συκοφάγος, η κίσσα, ο γλάρος, οι κάμπιες, η νερόκοτα, οι ψαραετοί, οι τσίχλες, το κοράκι, τα πουλιά γενικά, καθένα στο πόστο του, υπαινισσόμενο τη σοφία της φύσης, έστω κι αν δεν έχει συνείδηση της αποστολής του. Και όπως η Δώρα Μέντη έχει συνθέσει το Γλωσσάριο των ανθέων, όπου η συγκεκριμένη ποιητική προοπτική του Βέη αξιοποιείται πλήρως, έτσι ίσως θα έπρεπε να δει κανείς και το γλωσσάρι των πουλιών.

Στο ποίημα «Η Επίσκεψη», το ρυάκι έδωσε τη φωνή του στο κρασοπούλι και αυτό με τη σειρά του στον Μοντεβέρντι. Η κλίμακα είναι μεγάλη, η απόσταση ανυπολόγιστη. Χρειάστηκαν αιώνες για να τακτοποιηθούν τα πράγματα στον αχανή χωροχρόνο, να μεταμορφωθούν αλλά και να παραμορφωθούν. Όμως, η επίσκεψη, δηλαδή η μελέτη, των ονομάτων δείχνει ότι στοχάζεται βαθιά πάνω στη φύση και στην παρουσία κάθε όντος μέσα σ’ αυτή. Βλέπει και ακούει, γίνεται ο ίδιος η φύση που αισθάνεται. Χωρίς μεγάλους κραδασμούς απορροφά την ομορφιά στο «τσάκισμα του λαιμού» ή του φτερού την «απαραίτητη περισπωμένη», στην κρυμμένη ευφυΐα του όποιου σκιρτήματος του μικρού πουλιού. Παρατηρεί τα παραδοσιακά κοσμήματα, ακούει τον ήχο από τα «Ασημένια βραχιόλια», «παιδιά της μνήμης ηχηρά» σαν τα βραχιόλια της γερακίνας… Το ποίημα όλο σαν μια ανάπλαση του τραγικού δημοτικού τραγουδιού.

Το φιλοσοφικό-στοχαστικό υπόβαθρο της τέχνης του, κρυμμένο στα απλά φυσικά πράγματα, αποτελεί τα βράχια που πάνω τους στήνεται το ποιητικό εποικοδόμημα, υποδεικνύοντας σ’ ένα έμπειρο μάτι τι και πού να κοιτάξει. Η παρατήρηση ενδελεχής. Σε πρόσφατη κριτική της η Διώνη Δημητριάδου ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την καθαρά αναστοχαστική υφή της παρούσας συλλογής.

Δυσδιάκριτος, αλλά υπαρκτός είναι ο Χρόνος σε διάφορες μορφές, διαδηλώνοντας την αιωνιότητά του, την ορμητικότητά του –«την ορμή του ποταμού»–, την ασχήμια –«το ξεφτισμένο σκιάχτρο»– και την ομορφιά του. Να τα αντέξει όλα κι έπειτα να αναληφθεί, όμως όχι με τα φτερά του αγγέλου αλλά με ένα «καλαθάκι αερόστατο» «πάνω από τα χαλάσματα του κόσμου», «κήρυκας χωρίς καν λέξεις» («Ξεκαθάρισμα λογαριασμών») ή πάλι «βαστάει γερά του Χάρου το σκοινί», «να κατεβεί κι αυτός στο/ μη με λησμόνει» («Προοπτική»).

Στο ποίημα «Η Μαρμαρυγή», «στο μαξιλάρι του δίπλα/ ολόσωμη/ η Αφροδίτη των τελευταίων σπασμών». Όπως η προγενέστερη του Ελύτη («Ο Κήπος βλέπει 2»): «Η Κυρία των Αγγέλων/ με χρυσό αλεξίπτωτο/ κατέβαινε ως το μαξιλάρι σου/ Υιέ μου πλάγιαζε κοντά σου». «Καλαθάκι αερόστατο» ο ένας, «χρυσό αλεξίπτωτο» ο άλλος. Η «Αφροδίτη» ο ένας, «Η Κυρία των Αγγέλων» ο άλλος, «μαξιλάρι» και ο ένας και ο άλλος, δείχνουν μια σχέση, την οποία πρόσφατα επισήμανε η Έφη Κατσουρού σε εκτενή μελέτη της. Ο Βέης, τηρώντας τις νόμιμες αποστάσεις, τιμά τους προγόνους.

Και μια άλλη, ακόμα, σχέση, και όχι η μόνη: μοιάζει «Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη», στα «Μαθήματα Ανθρωπολογίας», ενώ στο «Γράμμα του Μαθιού Πασχάλη» ο Σεφέρης είχε παρατηρήσει ότι «Αργούν οι μέρες· οι μέρες οι δικές μου τριγυρίζουν μέσα/ στα ρολόγια και ρυμουλκούν το λεπτοδείκτη». Είναι η διάθεση που επιβάλλει τον δικό της ρυθμό στην κοσμική ροή.

Ο Βέης έχει πει πως όταν γράφει του παραστέκουν σαν άγγελοι φύλακες, βοηθοί και σκέπη του οι Άγιοι Πάντες Ποιητές και όλοι οι σοφοί που διάβασε. Στη χώρα ετούτη που του έλαχε να γεννηθεί με την ποιητική κληρονομιά πλούσια, δεν θα ήταν δυνατόν να μη γίνει ό,τι έγινε. Και δεν είναι μόνο ο φόρος τιμής στους προγόνους, αλλά και στα είδη. Κάποτε ήταν το σονέτο σε πρώτη θέση, τώρα ένα, τιμής ένεκεν, στο είδος, «Οι παρηχήσεις τώρα» και η επικαιρότητά τους:

Έφτασαν ως εδώ ικέτες, του Χάρου μελίσσι
οι βάρκες τρύπιες, παντού βλέπουν αγγέλους και θύτες
δίχως δόντια, τρέμει το μυαλό, σαν από μεθύσι

Δεν μας διαφεύγει επίσης η τρυφερότητα με την οποία ο ποιητής επιστρέφει στη μητρογονική Σαντορίνη, με την ανάσα της αισθητή: «Ακούστηκε ηφαίστειο/ το νόμιζαν σβηστό/ […] ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του/ το έχουν πει ψυχή». Μια ιδέα από τον αετό του Δία που σχίζει τον αέρα πάνω από τους Δελφούς, ιδέα που έρχεται σύροντας μαζί της και την άρση της αλλά και τη θέση της. Και το τρίπτυχο ποίημα «Ηραίον Σάμου» είναι το κληροδότημα της πατρογονικής γης στην παγκόσμια κληρονομιά και τα «Κουμέικα Σάμου» «σαν ηχώ του σθένους» το χωριό του ποιητή Δ.Π. Παπαδίτσα. Και, φυσικά, το «Καρλόβασι Σάμου» για το οποίο η εξαιρετική ποιήτρια Ελένη Ηλιοπούλου-Ζαχαροπούλου έχει συνθέσει ένα πολύ ευαίσθητο δοκίμιο.

Ο τίτλος Βράχια γαιώδης, ελληνικός. Η Ελλάδα με τα βράχια, τα βουνά και τα πελάγη της, στην άκρη ενός κόσμου και στην αρχή ενός άλλου. Και τα βράχια ορόσημο ανάμεσα στεριάς και θάλασσας. «Εκεί που αρχίζει τελειώνει κιόλας», το «εφήμερο καθώς το λένε». Αλλά και πιο κάτω θα το ξαναβρούμε «Με το ένα πόδι στον τάφο». Το εφήμερο, όχι τα βράχια. Τα βράχια που σε όλους τους ποιητές μας έχουν σημαντική παρουσία, είναι τα οστά ενός τόπου που αντέχουν στον χρόνο και στην περιπέτεια, που βλέπουν τα γεγονότα να περνούν και καθόλου δεν αγωνιούν. Που δεν νοιάζονται αν τα κύματα χτυπούν πάνω τους. Αντέχουν. Που πάνω τους γράφεται η ιστορία. Η αιωνιότητα δεν κινδυνεύει.

Κάποτε, οι συλλογές του Βέη άρχιζαν με ρήση από τον Ηράκλειτο και τελείωναν με στίχους του Κάλβου. Τα Βράχια αρχίζουν με Πλάτωνα και τελειώνουν με Παλαμά. Με έναν χαιρετισμό στον πρόγονο, αρχαίο και νεότερο, ο ποιητής ανοίγεται στον κόσμο όλο.

Πηγή: diastixo.gr

Ύστερα από το πρωτότυπο βιβλίο-μελέτη Από τις ιστορίες μυστηρίου στην αστυνομική πλοκή, που εκδόθηκε το 2012 κι όπου γίνεται λόγος για τα αστυνομικά στοιχεία στα έργα σημαντικών πεζογράφων, όπως ο Βιζυηνός κι ο Παπαδιαμάντης, ο Στράτος Μυρογιάννης εξέδωσε πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων Μυθομανίες. Πρόκειται για ιστορίες με πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα, που ως ιδέα παραπέμπουν στο έργο Μυθοπλασίες του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Στην ουσία, τα κείμενα της συλλογής που δεν μοιάζει με συλλογή –αφού ορισμένα πρόσωπα επανεμφανίζονται σε κάποια διηγήματα–, φαίνεται να αποτελούν μυθιστόρημα, ωστόσο δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι ένα λογοτεχνικό παιγνίδι που γεννήθηκε στο μυαλό του συγγραφέα και ολοκληρώθηκε στο χαρτί ως λογοτέχνημα.

Από την αρχή γίνεται αντιληπτό το παιγνιώδες του έργου, για το οποίο ο Μυρογιάννης φροντίζει να μας προκαταλάβει στο προλογικό σημείωμα, που τιτλοφορείται «Υστερόγραφο αντί προλόγου». Εκεί διαβάζουμε για κάποιον «δήθεν ιστοριοδίφη», ο οποίος έγραψε ένα πόνημα όπου αποπειράται να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των προσώπων που αναφέρονται σε αυτό το λογοτέχνημα. Ο Συγγραφέας του Έργου, διαβάζουμε, διαβεβαιώνει το αναγνωστικό κοινό πως ο ιστοριοδίφης σφάλλει και αν κάποιος φιλαλήθης μελετητής καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ας αποκαλύψει επωνύμως τις αποδείξεις του.

Στο κείμενο, τώρα. Στο πρώτο διήγημα, «Η βιβλιοθήκη του Ιάσονα Μαυροκορδάτου-Bodin», γίνεται λόγος για τον Ιάσονα-Μαυροκορδάτο-Bodin, ο οποίος «θα πρέπει να ήταν λόγιος». Ίσως να ήταν βιβλιοσυλλέκτης, αλλά του άρεσε να συστήνεται ως ποιητής. Αδυναμία του ήταν η ποίηση και τα μυστήρια των ανθρώπων. Γεννήθηκε έξω από τη Βιέννη, σπούδασε στο Παρίσι, βρήκε στέγη στο Κέμπριτζ, ταξίδεψε σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο και είχε μαθητές σε όλη την Ευρώπη. Είχε σχέσεις με βασιλιάδες και ευγενείς, τον αποκαλούσαν «πρίγκιπα», μα ίσως ήταν ένας κοινός κλέφτης βιβλίων και το όνομά του είναι άγνωστο, ενώ πολλοί πιστεύουν πως αποτελεί έναν θρύλο.

Κάποτε, το 1453, όταν αλώθηκε η Πόλη από τους Οθωμανούς, ο Ιάσων ταξίδεψε για να δει από κοντά το πρώτο βιβλίο που τύπωσε ο Γουτεμβέργιος. Δεν ήταν η Βίβλος, αλλά μια ποιητική συλλογή με αδέξια ερωτικά ποιήματα που έγραψε ο Γουτεμβέργιος για τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Κορνέλια Αλδίνα. Η σχέση τους ήταν σύντομη, αλλά κατάφερε να της χαρίσει την ποιητική συλλογή και ένα ζευγάρι παπούτσια από μαλακό δέρμα. Μετά, η κοπέλα πέθανε από πανούκλα κι ίσως δεν πρόλαβε να φορέσει τα παπούτσια ή, ακόμα χειρότερα, δεν πρόλαβε καν να τα δει. Έκλεψε αυτό το βιβλίο και μετά έκλεψε ένα βιβλίο από τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού, όπου μπήκε χάρη στη βοήθεια του Πάπα, που ήταν φίλος του: ήταν ο Κατάλογος της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Αργότερα, ταξίδεψε στην Ανδαλουσία και επισκέφτηκε το παλάτι Αλάμπρα στη Γρανάδα, που τότε τελούσε υπό αραβική κατοχή, όπως ολόκληρη η Ισπανία. Φιλοξενήθηκε από τον σουλτάνο Ισμαήλ κι έψαξε παντού να βρει εκεί ένα ονομαστό χαμένο βιβλίο, την τραγωδία Αριθμιάδα του Πυθαγόρα, που δεν είχε γράμματα αλλά ήταν γραμμένη επίτηδες με αριθμούς. Κάποια στιγμή, ο Ιάσων εξαφανίστηκε και οι φρουροί του σουλτάνου ανακάλυψαν στο βασιλικό δωμάτιο ένα βιβλίο με ερωτικά ποιήματα· ήταν αυτό που έγραψε ο Γουτεμβέργιος για την Κορνέλια Αλδίνα.

Κάπως έτσι είναι και τα επόμενα διηγήματα, όπου πρωταγωνιστούν παράξενοι ήρωες, οι οποίοι παραπέμπουν σε ιστορικά πρόσωπα αλλά που δεν είναι, απλώς αποτελούν καρπούς της γόνιμης φαντασίας του Στράτου Μυρογιάννη. Πρόκειται για τον Κορνήλιο Κράνμπερη τον Τραυλό, τον Μπαρτόλο Σιμόνι, το δίδυμο Νικόλας Φλαμέλ και Ισαάκ Νιούτον, τον Σαίξπηρ και τον Μetaxas-Malherbe, τον Ιωάννη Καρτάζηλο και τον Πάπα Ουρβανό Ζ’. Στο βιβλίο υπάρχει ένα Επίμετρο κάποιου Φιλήμονα Έρουλου, όπου το παιγνίδι συνεχίζεται και πληροφορούμαστε από αυτόν πως: «Μύθος είναι ο θετός γιος της Ιστορίας και του Ψέματος. Η πραγματική μητέρα του είναι η Χίμαιρα…».

Θα κλείσουμε τούτο το σημείωμα με δύο φράσεις από τον Επίλογο του Κώστα Καλφόπουλου, ο οποίος προσπαθεί να ερμηνεύσει για χάρη του αναγνώστη το λογοτεχνικό παιγνίδι του συγγραφέα. Σημειώνει πως: «Ο Στράτος Μυρογιάννης, με τις Μυθομανίες και τους παράδοξους ήρωές του, επιχειρεί κάτι σαν “πειρατικό ρεσάλτο” στα ελληνικά χωρικά ύδατα της μυθοπλασίας». Ρεσάλτο, λοιπόν, ρεσάλτο που δεν έχει προηγούμενο, από όσο γνωρίζουμε, στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Επίσης: «Αιφνιδιάζει ευχάριστα, δοκιμάζει αντοχές (συγγραφικές και αναγνωστικές), αφηγείται γλαφυρά, προσεγγίζει ανατρεπτικά…». Προσυπογράφουμε και αναμένουμε το επόμενο εγχείρημά του.

Πηγή: diastixo.gr

Οι ρετσίνες του βασιλιά, λοιπόν… Και μόνο ο τίτλος του βιβλίου είναι δελεαστικός, αινιγματικός και ρευστός. Μα πώς είναι δυνατόν, θα αναρωτηθεί κάποιος, ένας βασιλιάς να πίνει ρετσίνα, αυτό το ευτελές ποτό των λαϊκών τάξεων που φαντάζει τόσο παράταιρο στην κρυστάλλινη βασιλική κούπα;

Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, προσπαθώ να αφουγκραστώ τον παλμό της Ιστορίας, να περπατήσω παρέα με τους ήρωες άλλοτε σε γνωστά και άλλοτε σε άγνωστα μονοπάτια του παρελθόντος και να μυηθώ στη μαγική σχέση ιστορίας και μυθοπλασίας που σκιαγραφείται στα περισσότερα βιβλία του συγγραφέα. Αυτή τη φορά, όμως, αυτό που αναδύεται από τις σελίδες του τελευταίου βιβλίου του Ζουργού δεν είναι η μυρωδιά της δημόσιας ιστορίας, αλλά η μυρωδιά της βαθιά εσωτερικής και προσωπικής ιστορίας μιας ελληνικής οικογένειας στα χρόνια της κρίσης. Μήπως όμως οι αθέατες και ιδιωτικές όψεις της οικογενειακής ιστορίας είναι ταυτόχρονα και πλευρές της δημόσιας σφαίρας; Με ποιον τρόπο το ιδιωτικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση η οικογένεια και οι προσωπικές της περιπέτειες, παρεισφρέουν στο δημόσιο και πώς το δημόσιο εγκολπώνεται το ιδιωτικό; Πρόκειται για έναν προβληματισμό που γίνεται ακόμα πιο ερεθιστικός, αφού ο συγγραφέας φροντίζει να τον διανθίσει με μπόλικο άρωμα ρετσίνας και πλούσιες δόσεις από το μυθιστορηματικό σύμπαν του Σαίξπηρ και του Ραμπελέ. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο-έκπληξη, ένα βιβλίο-πρόκληση, ένα βιβλίο-σχόλιο για την κρίση στη χώρα μας που δεν έχει τρυπώσει μόνο στην τσέπη μας, αλλά και σε κάθε θεατή και αθέατη πλευρά της ύπαρξής μας.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο εβδομηντάρης Λεόντιος Έξαρχος, συνταξιούχος πια πολιτικός μηχανικός και πρώην επιτυχημένος μεγαλοεργολάβος, και ο σαιξπηρικός βασιλιάς Ληρ ακολουθούν παράλληλες πορείες σε διαφορετικές εποχές και μπαινοβγαίνουν ο ένας στη ζωή του άλλου με φόντο ένα παιχνίδι διακειμενικής συνομιλίας. Και οι δύο στη δύση της ζωής τους βλέπουν να χάνουν σταδιακά το άνισο παιχνίδι με τον χρόνο, τα πρωτεία να γλιστρούν από τα χέρια τους και να αποκαθηλώνονται από τον γλυκό θρόνο της εξουσίας που τους χάρισε όλα όσα ονειρεύτηκαν και πεθύμησαν: πλούτο, δόξα, δύναμη που όμως –αλίμονο– αποδείχτηκαν τελικά σαθρά για να τους εξασφαλίσουν τα ήσυχα και ήρεμα γηρατειά, τα ποτισμένα από την αγάπη και τη ζεστασιά που τόσο έχει ανάγκη η τρίτη ηλικία.

Ο Λεόντιος Έξαρχος αρχικά απομονώνεται σε ένα χωριό που δεν κατονομάζεται –τι σημασία έχει άλλωστε το όνομα του χωριού;–, στο πατρικό σπίτι της συζύγου του, η οποία έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Εκεί θα αναζητήσει απεγνωσμένα ίσως την τελευταία του ευκαιρία να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, να αναμετρηθεί με τη μοναξιά του και να κάνει τον τελικό απολογισμό της ζωής του. Δύσκολο όμως πράγμα η αυτοκριτική, όταν μάλιστα δεν είναι μόνο τα λάθη και οι παραλείψεις μιας ολόκληρης ζωής, αλλά και τα σφραγισμένα μυστικά που ο Λεόντιος Έξαρχος θα ανακαλύψει αργά και βασανιστικά στο υπόγειο του αρχοντικού που αποφάσισε να ορίσει ως την τελευταία κατοικία της ζωής του.

Στο χρονικό διάστημα των δώδεκα μηνών –τόσο θα διαρκέσει η παραμονή του στο χωριό και στον πύργο της νεκρής συζύγου του–, ο Λεόντιος Έξαρχος θα νιώσει πολλές φορές την ανάγκη να επικοινωνήσει με τις τρεις κόρες του, τη Γαβριηλία, τη Ρεγγίνα και την Κορίνα, από τις οποίες έχει αποξενωθεί σωματικά και ψυχικά, όπως και ο βασιλιάς Ληρ από τις δικές του κόρες: τη Γονερίλη, τη Ρεγάνη και την Κορδήλια. Η επικοινωνία θα είναι μονόπλευρη: ο αναγνώστης θα εισχωρήσει στα άδυτα της σχέσης του πατέρα με τις κόρες του μέσα από ηλεκτρονικά μηνύματα που δε θα φτάσουν ποτέ στον παραλήπτη. Ο Λεόντιος Έξαρχος θα κρυφτεί πίσω από την απρόσωπη οθόνη και δε θα πατήσει τελικά το πλήκτρο της αποστολής, θεωρώντας ότι η σχέση τους έχει αμετάκλητα διαρραγεί. Καμιά από τις τρεις δεν ταιριάζει στα μέτρα του, καμιά δεν πληροί τις προϋποθέσεις της αφοσιωμένης και στοργικής κόρης που αυτός είχε πλάσει στο μυαλό του. Η Γαβριηλία και η Ρεγγίνα ζουν από χρόνια σε χώρες του εξωτερικού. Η ελληνική οικογένεια που αιμορραγεί τα τελευταία χρόνια ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει να αποχωρίζεσαι και να αποχαιρετάς τα ξενιτεμένα σου παιδιά, να τα βλέπεις να ριζώνουν σε άλλους τόπους, μακριά από το μητρικό και πατρικό χάδι. Η Γονερίλη-Γαβριηλία και η Ρεγάνη-Ρεγγίνα, φιλόδοξες και άπληστες, αναλίσκονται στο ανελέητο παιχνίδι της προσωπικής επιτυχίας και της ευμάρειας, όπως ακριβώς και ο πατέρας τους στα νιάτα του, και θα τον πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα, κάτι που ο γερο-Λεόντιος δύσκολα μπορεί να αποδεχτεί και να συγχωρήσει. Η Κορδέλια-Κορίνα είναι φτιαγμένη από άλλη πάστα, αλλά αυτή είναι η μόνη που γνωρίζει το μυστικό του πατέρα της και αυτό θα οδηγήσει στην αναπόφευκτη σύγκρουση.

Η μοναξιά όμως δεν είναι ποτέ καλός οδηγός και ο άλλοτε κραταιός Λεόντιος Έξαρχος θα αναζητήσει παρηγοριά στο καφενείο του χωριού και στη ρετσίνα, που ρέει άφθονη. Εκεί θα συναντήσει τον τρελό του χωριού, τον Ζαχαρία, που γρήγορα θα γίνει πιστός ακόλουθος και αφοσιωμένος υπηρέτης. Ξεπηδώντας από τον κόσμο του Ραμπελέ, ο Ζαχαρίας με τον αφελή και αλαφροΐσκιωτο χαρακτήρα του, αλλά σίγουρα γνήσιο και ανεπιτήδευτο, θα μπλεχτεί στα πόδια του Λεόντιου Έξαρχου και θα τον οδηγήσει να δει αλήθειες με τέτοιον τρόπο που μόνο ένα σαλεμένο μυαλό μπορεί να κάνει. Δεν είναι όμως μόνο ο Ζαχαρίας αλλά και ο Φώτης, ο παπα-Γιώργης, ο Μουσθένης, η Πένυ… ένα πραγματικό καρναβαλικό γαϊτανάκι ανθρώπινων ψυχών, όπου τον χορό σέρνει η ρετσίνα, δίνοντας μία αίσθηση προσωρινής ελευθερίας. Ο Ρώσος θεωρητικός της λογοτεχνίας Μπαχτίν στη μελέτη του για το έργο του Ραμπελέ υποστηρίζει ότι η καρναβαλική ζωή είναι μια ζωή αναποδογυρισμένη, στην οποία αίρονται οι νόμοι, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί. Έτσι κι εδώ: η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του χωριού και η ρετσίνα θα φέρουν στην επιφάνεια άγνωστα μέχρι τότε πάθη και επιθυμίες, μακριά από τους κανόνες της καθωσπρέπει ζωής, αλλά δυστυχώς δε θα σταθούν ικανές να λυτρώσουν. Γκροτέσκες φιγούρες όλοι, σε κινούμενη άμμο, κολυμπούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο στα θολά απόνερα της κρίσης που έφερε η ψευδεπίγραφη ανάπτυξη και η επίπλαστη ευτυχία.

Και όταν ο βασιλιάς Ληρ και ο Λεόντιος Έξαρχος βρεθούν έξω στην ύπαιθρο και ανοίξουν οι ουρανοί και νιώσουν τους κεραυνούς και τις αστραπές να τους χτυπούν αλύπητα, τότε θα σταθούν μπροστά τους γυμνές οι αλήθειες της ζωής. Εκεί, παλεύοντας με τα μανιασμένα στοιχεία της φύσης, οι δυο ξεπεσμένοι και αδύναμοι γέροι θα νιώσουν πόσο μικροί και ασήμαντοι είναι μπροστά στο μεγαλείο του σύμπαντος. Και καθώς δυνάμεις ανώτερες από αυτούς τους κρυφοκοιτούν και τους χλευάζουν για το κενό της ζωής τους, θα φανεί κάπου στο βάθος μια χαραμάδα σωτηρίας.

Στο σαιξπηρικό έργο ο βασιλιάς Ληρ θα προφτάσει να δει έστω και για λίγο την αλήθεια, θα νιώσει την πραγματική αγάπη και, πριν κλείσει τα μάτια του για πάντα, θα γνωρίσει την απόλυτη συντριβή με τον θάνατο της αγαπημένης του κόρης, αλλά και την πολυπόθητη σοφία. Θα μπορέσει ο Λεόντιος Έξαρχος να δει τη σχισμή φωτός που λάμπει έστω και αμυδρά και να συγκολλήσει τα σπασμένα κομμάτια της οικογένειάς του; Θα είναι ο ίδιος που έστω και την τελευταία στιγμή θα κάνει το μεγάλο βήμα ή μία από τις κόρες του; Θα βρει τελικά χώρο η αγάπη και η συγχώρεση μέσα από το ανατρεπτικό τέλος που μας επιφυλάσσει ο Ισίδωρος Ζουργός;

Πηγή: diastixo.gr

Ένα βιβλίο για το Θέατρο. Ή ένα βιβλίο για το Δράμα. Ένα βιβλίο, ίσως, ειδικότερα για το Εκπαιδευτικό Δράμα… Ή μια διαδρομή που θα μας μετακινεί συνεχώς: από το θέατρο ως τέχνη στην πολύμορφη και διαρκώς εμπλουτιζόμενη «παράστασή» του – και στην εκπαίδευση. Ακριβέστερα, ένα βασικό εργαλείο προσέγγισης και διείσδυσης στον «αναγνωρισμένο και πολυμορφικό» τομέα: Το Θέατρο στην Εκπαίδευση.

Έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει βασικές έννοιες, που στην καθημερινή τους εκφορά – ακόμα και από ενασχολούμενους με τη θεατρική πράξη γενικά ή την –ερασιτεχνική της– αξιοποίηση στο εκπαιδευτικό περιβάλλον, δημιουργούν εννοιολογικές ταυτολογίες στην αδιαφοροποίητη και αβασάνιστη χρήση των όρων. Κι όμως, όλοι γνωρίζουμε ή νομίζουμε πως γνωρίζουμε την τέχνη αυτή –και μόνον ως τέχνη–, καθώς αναζητάμε σ’ αυτή το κάτοπτρο της ζωής μας, τις αντανακλάσεις της πράξης μας, τον σφυγμό της συγκινησιακής μας εμπειρίας – μια θεμελιώδη θεατροποιημένη περιπέτεια της ανθρώπινης αυτεπίγνωσης. Μια διάγνωση των όσων συμβαίνουν και όσων δραματικά δεν συμβαίνουν στην ανθρώπινη ζωή και στην ανθρώπινη ψυχή. «Γιατί πρέπει να μας ενδιαφέρει τόσο πολύ το θέατρο, τόσο πολύ το δράμα;» θα αναρωτηθεί ο Martin Esslin (The Theatre of the Absurd). Και για μιαν αρχική απόπειρα απάντησης: «Οποιαδήποτε εξέταση εις βάθος, οποιασδήποτε εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος, οποιασδήποτε μορφής της ζωής, οποιασδήποτε κοινωνίας, θ’ άξιζε τον κόπο τελικά, απλά και μόνο επειδή το επί μέρους περιέχει και φωτίζει το όλον…»

Η Μυρτώ Πίγκου-Ρεπούση, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Γουόργουικ, ειδικευμένη στο Θέατρο στην Εκπαίδευση, με σημαντική ερευνητική και διδακτική εμπειρία στον χώρο, μας προσφέρει μια πλήρη και συνεκτική «θεωρητική χαρτογράφηση του πεδίου», συνθέτοντας διεπιστημονικά τα στοιχεία που οριοθετούν την επιστημολογία του Θεάτρου στην Εκπαίδευση. Η γνωστική-επιστημονική και στη συνέχεια η συνθετική διαδρομή που διανύει η συγγραφέας καλύπτει και φωτίζει το φαινόμενο της θεατρικής πράξης, στις μεταποιήσεις και στις μεταμορφώσεις της από τη φυσική της πηγή στη θεατρική σκηνή κι απ’ αυτή στις εκπαιδευτικές-παιδαγωγικές και κοινωνικοποιητικές της μεταπλάσεις. Από τη διιστορική εμπειρία του θεατρικού κειμένου στην παραστασιακή του λειτουργία και την εξελικτική της –ιστορικά προσδιορισμένη– ποικιλότητα, από τον σαφή διαχωρισμό τέχνης και πραγματικότητας στην ασάφεια των μεταξύ τους ορίων. Από τον διαχωρισμό μεταξύ συντελεστών της παράστασης και κοινού στη συλλογική, βιωματική επιτέλεση σε μια αμοιβαιότητα ανατροφοδοτούμενης ροής ενέργειας.

Το πεδίο αναφοράς της συγγραφέως είναι η εκπαίδευση και η θεωρητική ένταξη του Εκπαιδευτικού Δράματος στις διαδικασίες μάθησης. Προερχόμενος ο όρος Εκπαιδευτικό Δράμα από την αγγλοσαξονική σχολή και συνυφασμένος με τις αρχές της Προοδευτικής Εκπαίδευσης, διεκδικεί, στη μακρά πλέον διαδρομή του από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια ολοένα εμπλουτιζόμενη θεωρητικά και εφαρμοσμένη παιδαγωγικά ανάπτυξη – ενσωματώνοντας ωστόσο στην εξελικτική του πορεία και συνθέτοντας θεατρικά είδη και πρακτικές. Και καθώς το θέατρο ως καλλιτεχνική έκφραση –μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως– ανέπτυξε πολυεστιακά μια δυναμική διαρκών επαναστάσεων, στη μορφή, στο περιεχόμενο, στην παραστατική του πολυμορφικότητα, στην ανα-θεώρηση των στόχων και στην ομογενοποίηση συντελεστών και κοινού, κι ακόμα στη δυναμικότητα της συμμετοχής του σε ό,τι με την ευρύτερη σημασία χαρακτηρίστηκε ως μεταμοντέρνα εκδοχή της τέχνης, η παρουσία και οι δυνατότητές του εκβάλλουν στην εκπαιδευτική πράξη με την ίδια δυναμική των πολλαπλών δοκιμών και προσαρμογών του στη διαδικασία μάθησης και γνώσης: καλλιτεχνικής, κοινωνικοποιητικής, βιωματικής, συνεργατικής, διερευνητικής, διαισθητικής, ενσυναισθητικής κ.λπ. Αυτό το εκτεταμένο πεδίο του θεατρικού φαινομένου και της εκπαιδευτικής του λειτουργίας επιχειρεί, με μια ολιστική θεώρηση, να «τιθασεύσει» η συγγραφέας, καθώς κινείται με άνεση στην πλούσια βιβλιογραφική παραγωγή, χωρίς ωστόσο να χάνεται σε ατέρμονες βασανιστικές αναγωγές στη θεωρία. Πρόθεσή της –την οποία πετυχαίνει απόλυτα– είναι να καταθέσει ένα πόνημα διαφωτιστικό πάνω στην εφαρμογή του Εκπαιδευτικού Δράματος, απευθυνόμενη όχι μόνο στους ειδικούς, αλλά και στους μη ειδικούς: εκπαιδευτικούς που δεν διαθέτουν τη θεατρική και θεατροπαιδαγωγική κατάρτιση· στους θεατρολόγους και δασκάλους της υποκριτικής και στους ηθοποιούς που στερούνται της παιδαγωγικής και θεατροπαιδαγωγικής κατάρτισης· και, τέλος, στους σπουδαστές που θα θελήσουν να ειδικευτούν στον τομέα του Εκπαιδευτικού Δράματος.

Ο τρόπος με τον οποίο δομείται το έργο διευκολύνει την ανάγνωση και την προοδευτική προσαρμογή στο εννοιολογικό και επιστημολογικό του περιβάλλον. Χωρισμένο σε δύο μέρη: Πρώτο μέρος: Εκπαιδευτικό δράμα – Από το θέατρο στην εκπαίδευση (σ.23-163), που περιλαμβάνει τέσσερα επιμέρους κεφάλαια: 1. Βασικά στοιχεία του θεατρικού φαινομένου – Θεατρικό έργο/κείμενο – Παράσταση – Κοινό (σ.23-75) 2. Βασικές προσεγγίσεις στον τομέα του Εκπαιδευτικού Δράματος, με αποσαφηνίσεις αναγκαίες στη χρήση της σχετικής ορολογίας (σ.76-111) 3. Βασικοί άξονες της εκπαίδευσης και Εκπαιδευτικό Δράμα (σ.112-126) 4. Η παιδαγωγική αξία του Δράματος (σ.127-163). Δεύτερο μέρος: Το Εκπαιδευτικό Δράμα στο σχολείο – Σύγχρονες εφαρμογές (σ.167-233), που περιλαμβάνει τα επόμενα τρία κεφάλαια: 5. Εκπαιδευτικό Δράμα και κοινωνική παρέμβαση-αλλαγή (σ.167-192) 6. Εκπαιδευτικό Δράμα και γραμματισμός (σ.193-214). Εδώ αποτυπώνεται η λειτουργική εκμάθηση της γλώσσας σε πραγματικά περιβάλλοντα επικοινωνίας και αναδεικνύεται η συμβολή του Εκπαιδευτικού Δράματος στην επικοινωνιακή χρήση των ποικίλων γλωσσικών κωδίκων. Και το τελευταίο κεφάλαιο: 7. Εκπαιδευτικό Δράμα και Πολιτειότητα (σ.215-233), όπου αποτυπώνονται οι δυνατότητες αξιοποίησης του Εκπαιδευτικού Δράματος στη δημιουργία «πολιτειακών πρακτικών», στη «σκηνοθεσία» δηλαδή περιβαλλόντων λόγου και πράξης, που συντελούν –μέσ’ από διεργασίες συλλογικότητας– στη μορφοποίηση της ταυτότητας του μελλοντικού ενεργού πολίτη.

Έχει παρατηρηθεί γενικά ότι ένα θεωρητικό κείμενο προκαλεί μια «φοβική» αντανάκλαση στους αποδέκτες του, αφενός επειδή συνδέεται με ποικίλες και συχνά δυσχερείς έννοιες και προσδιορισμούς που διαπλέκονται μεταξύ τους διαμορφώνοντας ένα ανοίκειο περιβάλλον στο πεδίο κατανόησης και ακόμα περισσότερο σ’ εκείνο της εφαρμογής και της αξιολόγησης. Και αφετέρου, επειδή «δεσμεύει» την ελευθερία της εμπειρικής εφαρμογής και του αυτοσχεδιασμού. Στο συγκεκριμένο βιβλίο της Μυρτώς Πίγκου-Ρεπούση, αντίθετα, τόσο η δομή του έργου όσο και η διαυγής γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας και η επικέντρωση στους σημαντικούς αναβαθμούς του θεατρικού φαινομένου και του Εκπαιδευτικού Δράματος, συγκροτούν το φίλιο περιβάλλον μιας αναγκαίας ακαδημαϊκής σοβαρότητας για την ενασχόληση με το αντικείμενο. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο προσφέρεται το περιεχόμενο, «κυκλωτικά» μέσ’ από διαφορετικές εισόδους –θεατρολογικές, παιδαγωγικές, αξιακές (σ.15)– ανακαλεί εμπειρίες και τις εντάσσει στα θεωρητικά τους σχήματα, ενώ ταυτόχρονα εμπνέει και υποστηρίζει ανανεωμένες προσεγγίσεις και μεθοδολογικές εφαρμογές.

«Αγαπώ την υποκριτική», είχε πει κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ. «Είναι πιο πραγματική από τη ζωή». Ίσως και να συμβαίνει κάποτε αυτό. Έτσι δικαιολογείται και η ανθεκτικότητα του θεάτρου στον χρόνο, οι μεταμορφώσεις και οι πλουραλιστικές εκφράσεις του, η μαγεία που ασκεί και η μέθεξη που προκαλεί στο κοινό του σε συγκινησιακές εμπειρίες – ισχυρότερες κάποτε από κείνες της πραγματικής ζωής. Το παρατηρούμε και στο σχολικό περιβάλλον, στην όποια εκπαιδευτική του αξιοποίηση. Το βιβλίο της Μυρτώς Πίγκου-Ρεπούση έρχεται να ενδυναμώσει τις γνωστικές μας υποδομές στον χώρο του Εκπαιδευτικού Δράματος, να διευρύνει τον θεωρητικό μας ορίζοντα, να δείξει την πρωτεϊκή μορφή του είδους και τις δυνατότητες εγκλιματισμού του σε κάθε συνθήκη και ιδιαιτερότητα, οργανώνοντας ταυτόχρονα σε επιστημονικά θεμέλια τις παιδαγωγικές και διδακτικές μας χειρονομίες· και να εξοικειώσει τον εκπαιδευτικό της τυπικής και μη τυπικής εκπαίδευσης με εναλλακτικούς και γοητευτικούς τρόπους προσέγγισης του διδακτικού αντικειμένου, των εκπαιδευόμενων, αλλά και της ίδιας της τέχνης. Γιατί το Θέατρο –με την ευρύτατη σημασία του, μέχρι τη συμπερίληψη της ίδιας της ζωής– το κάνουμε, όπως είπε ο Κάρολος Κουν, «για να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο». Το βιβλίο, μ’ αυτή την ευρύτερη στόχευση και την επικουρία που προσφέρει στις απαιτητικές μας αναζητήσεις, ανακινεί και υποστηρίζει τη σκέψη και την πράξη διερεύνησης αυτού του κρυμμένου, ψυχικά πλούσιου και ακέραιου κόσμου, τις αφορμές του για αυθεντική μάθηση και έκφραση: στο σχολείο, στην κοινότητα, στην κοινωνία. Μας πείθει εντέλει ως αναγνώστες, ως παιδαγωγούς, ως ανθρώπους που καλούνται πάντοτε να παίξουν –και πρέπει να τον παίξουν σωστά– τον δικό τους ρόλο.

Πηγή: diastixo.gr

Ένα από τα πλέον απροσδόκητα περιστατικά που μου συνέβησαν όσο έγραφα το βιβλίο πρόεκυψε στην αίθουσα ανατομίας της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, όταν ένας καθηγητής και χειρουργός ονόματι Μπεν Όλιβερ έκανε μια απαλή εκτομή και ανασήκωσε μια φλοίδα δέρματος πάχους περίπου ενός χιλιοστού από το μπράτσο του πτώματος. Ήταν τόσο λεπτή που τη διαπερνούσε το φως. «Αυτό» είπε «είναι το μόνο που ασχολείται με το χρώμα του δέρματος. Αυτό είναι η φυλή και τίποτα άλλο. Μια λεπτή φέτα επιδερμίδας».

Ένα τόσο λεπτό και διάφανο σημείο του σώματός μας αποτέλεσε και συνεχίζει, παραδόξως και στις μέρες μας, να αποτελεί το καίριο σημείο των φυλετικών διακρίσεων, για το οποίο έχει χυθεί ανόητα τόσο ανθρώπινο αίμα. Πάντως τα τελευταία, τουλάχιστον, εξήντα χιλιάδες χρόνια, όπως αναφέρει ο Bill Bryson στο βιβλίο του Το σώμα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο στην προσφάτως εγκαινιασθείσα σειρά «Οξυγόνο», κάποιοι άνθρωποι έχουν αποχρωματιστεί, ενώ άλλοι έχουν επαναχρωματιστεί. Ας έχουμε κατά νου τον Άνθρωπο του Τσένταρ, έναν αρχαίο Βρετανό, που είχε δέρμα σκούρο ως μαύρο, με μπλε μάτια.

Ο Bill Bryson, συνεργάτης των Times και συγγραφέας με πωλήσεις 16 εκατομμυρίων αντιτύπων, μας προσφέρει ένα προσιτό και συνάμα μεστό βιβλίο, ώστε να κατανοήσουμε το σώμα μας, που είναι ένα προϊόν εξελικτικών βελτιώσεων τριών δισεκατομμυρίων ετών! Μιλώντας απλά και με μια εν κινήσει εύθυμη πρόζα, ο συγγραφέας μάς παραθέτει ένα εμπεριστατωμένο εγχειρίδιο κατανόησης του σώματός μας.

Καιρό πριν, όταν φοιτούσα σ’ ένα γυμνάσιο της Αμερικής, θυμάμαι τον καθηγητή βιολογίας, που μας δίδαξε ότι μπορούσε κάποιος ν’ αγοράσει όλα τα χημικά που απαρτίζουν το ανθρώπινο σώμα σ’ ένα κατάστημα σιδηρικών για 5 δολάρια ή κάτι τέτοιο.

Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται αυτό, το ανθρώπινο σώμα είναι μια κατασκευή που αποτελείται από αδρανή συστατικά. Ο συγγραφέας στις πρώτες σελίδες του βιβλίου παραθέτει μια προσπάθεια της Βασιλικής Εταιρείας Χημείας να υπολογίσει το κόστος ενός ανθρώπινου τύπου. Για την κατασκευή του χρειαζόταν 59 στοιχεία, ενώ 6 από αυτά (άνθρακας, οξυγόνο, υδρογόνο, άζωτο, ασβέστιο και φώσφορος) απαρτίζουν το 99,1% της ύλης μας! Εξωφρενικό δεν ακούγεται; Άλλα στοιχεία, όπως το κάλιο, το θόριο, ο κασσίτερος, το ζιρκόνιο, το νιόβιο, ακόμα και το βλαβερό κάδμιο και πλήθος άλλων αποτελούν απειροελάχιστες τιμές του ανθρώπινου όγκου. Κάποια κοστίζουν ακριβά, όπως ο άνθρακας και το θόριο, ενώ κάποια είναι φτηνά, όπως το οξυγόνο και το υδρογόνο. Η Βασιλική Εταιρεία Χημείας καταλήγει σε ένα ποσό κοντά στις 96.546 λίρες ότι κοστίζει η κατασκευή ενός συγκεκριμένου ανθρώπου που είχαν ως πρότυπο. Αυτό όμως που δεν μπορεί να υπολογιστεί είναι το ιδιαίτερο που έχουν τα στοιχεία αυτά που μας αποτελούν και είναι το θαύμα της ζωής, καταλήγει ο συγγραφέας. Το σώμα μας μπορεί συχνά να παρομοιάζεται με μηχάνημα, αλλά σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό.

Στις υπόλοιπες σελίδες του πρώτου κεφαλαίου ο Bryson αρχίζει να ξεδιπλώνει τη βασική μονάδα της ζωής, που είναι το κύτταρο και τα συστατικά του (DNA,RNA, πρωτεΐνες, μιτοχόνδρια κ.ά.). Το κοινό κατά 99,9% DNA μας μπορεί να φαίνεται τόσο παράδοξο, όσο μυστήριο παραμένει και η λειτουργία του ανθρώπινου γονιδιώματος, αφού πολλές πλευρές του παραμένουν άγνωστες και άλλες πολύ σκοτεινές, επιτελώντας, όμως, με τον καλύτερο τρόπο τη λειτουργία του σώματός μας: συντηρώντας το και επισκευάζοντάς το.

Έχει υπολογιστεί πως κάθε μέρα, ένα ως πέντε από τα κύτταρά σας γίνονται καρκινικά και το ανοσοποιητικό σας σύστημα τα συλλαμβάνει και τα σκοτώνει. Για σκεφτείτε το. Καμιά εικοσαριά φορές τη βδομάδα, πολύ πάνω από χίλιες φορές τον χρόνο, παθαίνετε την πιο τρομακτική ασθένεια της εποχής μας και κάθε φορά το σώμα σας σας σώζει.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με το μεγαλύτερο όργανο που διαθέτει το σώμα μας, το δέρμα, που αποτελείται από την επιδερμίδα και το χόριο, το εσωτερικό στρώμα του δέρματος και τις τρίχες, που αποτελούν αποκλειστικότητα των θηλαστικών παρέχοντάς μας ζεστασιά, καμουφλάζ (όσο παράξενο κι αν φαντάζει αυτό), αποκρούοντας επίσης και τις υπεριώδεις ακτίνες. Στις σελίδες αυτές κάνει ιδιαίτερη μνεία στα δερματογλυφικά και εξηγεί την παρουσία τους, καθώς και σ’ ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό, που είναι οι ιδρωτοποιοί αδένες μας. Η εφίδρωση είναι από τα πιο κρίσιμα στοιχεία της ανθρώπινης ιδιότητας, αφού ρυθμίζει τη θερμοκρασία του σώματός μας.

Στο επόμενο κεφάλαιο ασχολείται με τα τρισεκατομμύρια επί τρισεκατομμυρίων μικροσκοπικά έμβια όντα που κατοικούν πάνω μας: Μην έχετε καμία αμφιβολία. Ζούμε σ’ έναν πλανήτη που ανήκει στα μικρόβια. Είμαστε εδώ επειδή μας το επιτρέπουν. Δεν μας χρειάζονται καθόλου. Εμείς χωρίς αυτά θα πεθαίναμε μέσα σε μια μέρα.

Κι όμως, αυτή τη στιγμή που διαβάζετε την παραπάνω παράγραφο είναι πολύ πιθανό να έχετε γύρω στα 900 μικρόβια στα ρουθούνια σας, 800 στα μάγουλά σας, 1.300 στα ούλα σας και πάει λέγοντας. Αυτό βέβαια εξαρτάται από τον άνθρωπο, χοντρός ή αδύνατος (ο αδύνατος έχει περισσότερα μικρόβια στην κοιλιά, καθώς υπάρχουν πολλά πεινασμένα βακτήρια εκεί), ανάλογα με την ηλικία, ανάλογα με τον τρόπο ζωής. Όπως έχουν αποφανθεί οι επιστήμονες, έχουμε πάνω μας περίπου ενάμισι κιλό μικροβίων. Ο Bryson μιλάει αναλυτικά, στις επόμενες σελίδες, για τα είδη των μικροσκοπικών αυτών όντων, τα βακτήρια, τους βακτηριοφάγους, τους ιούς, τους μύκητες και τα πρώτιστα.

Από τους εκατοντάδες χιλιάδες ιούς μόνο 263 επηρεάζουν τους ανθρώπους, ενώ είναι αξιοπερίεργη η ανθεκτικότητά τους, όπως φαίνεται στο παράδειγμα που παρατίθεται, ενός ιού από τη Σιβηρία που, ενώ ήταν χωμένος για 30 εκατομμύρια χρόνια, μόλις τοποθετήθηκε μέσα σε μια αμοιβάδα ξεκίνησε να δρα! Ο συγγραφέας στο κεφάλαιο αυτό επεξηγεί με απόλυτη ευκρίνεια τη δράση αυτών των μικροοργανισμών καταλύοντας μύθους δεκαετιών, ενώ παράλληλα μιλά ευθαρσώς για την επικινδυνότητα της αλόγιστης χρήσης αντιβιοτικών (ακόμη και στη γεωργία και στα ζώα) για την καταπολέμησή τους. Να ’στε σίγουροι ότι σε κάποια χρόνια δεν θα είναι σε θέση οι μεγαλύτερες φαρμακοβιομηχανίες να παρέχουν αυτή την κάλυψη. Το οπλοστάσιο φαρμάκων που έχουμε για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων μικραίνει. Ο συγγραφέας, μέσα από μια ιστορική αναδρομή της ανακάλυψης της πενικιλίνης μέχρι σήμερα, καταλήγει σε μια φράση του Φλέμινγκ στην ομιλία αποδοχής του βραβείου Νόμπελ: «Τα μικρόβια θα μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν αντοχή στα αντιβιοτικά, αν αυτά χρησιμοποιούνταν απρόσεκτα».

Στο τέταρτο κεφάλαιο ερευνάται το τμήμα του σώματός μας που αποτελεί το 2% του βάρους μας, αλλά χρησιμοποιεί το 20% της ενέργειάς μας, δηλαδή ο εγκέφαλος. Πριν ξεκινήσει να μιλήσει για τα τμήματά του (τηλεγκέφαλος, παρεγκεφαλίδα, εγκεφαλικό στέλεχος και οι δομές που είναι σκορπισμένες στον εγκέφαλο, γνωστές ως στεφανιαίο σύστημα), μιλάει για τη χωρητικότητά του. Ένα μόνο κομματάκι εγκεφαλικού φλοιού (μεγέθους ενός κυβικού χιλιοστού, όσο ένας κόκκος άμμου) μπορεί να χωρέσει και 2.000 τεραμπάιτ πληροφοριών, όσο δηλαδή όλες οι ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ! Δεν είναι αξιοθαύμαστο; Μέσα από επεξηγηματικές σημειώσεις, γινόμαστε γνώστες των ανώτερων διεργασιών του εγκεφάλου, διαβάζουμε για τον μύθο ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί μόνο το 10% του εγκεφάλου του, για το αν μπορεί ο εγκέφαλος να δημιουργήσει νέους νευρώνες, ενώ ο συγγραφέας στέκεται σκωπτικά στη θεραπεία μέσω λοβοτομής και στα δεινά που προκάλεσαν στην επιστήμη μέσω τέτοιων επεμβάσεων ο Μονίζ, ο Φρίμαν και οι συν αυτοίς.

Το κεφάλι, με ιδιαίτερη έμφαση στο πρόσωπο και τις εκφράσεις του, τη χρηστικότητα και αυτό που εμείς αποκαλούμε ομορφιά προσώπου, εξετάζονται με εκτεταμένο τρόπο στο επόμενο κεφάλαιο. Ο συγγραφέας στις επιμέρους οικείες αισθήσεις του κεφαλιού (όραση, ακοή και όσφρηση) δίνει ιδιαίτερη προσοχή εξηγώντας, πέρα από τη λειτουργία τους, τις λανθασμένες εντυπώσεις που έχουμε για τη σημαντικότητά τους.

Το έκτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στο στόμα και τον λαιμό, ενώ το επόμενο στην καρδιά και το αίμα. Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι η καρδιά δεν έχει ούτε ελάχιστο ρόλο στη συναισθηματική μας ευημερία, αλλά κάνει κάτι μοναδικό: χτυπά σπρώχνοντας το αίμα σε όλο το σώμα μας, κρατώντας μας στη ζωή. Οι επόμενες σελίδες επικεντρώνονται στη λειτουργία και στις συνέπειες της μη καλής λειτουργίας της. Άλλωστε, ο 20ός αιώνας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, λόγω της επαναστατικής τεχνικής προόδου, ως ο Αιώνας της Καρδιάς.

«Τμήμα χημείας» ονομάζεται το 8ο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου ο συγγραφέας δίνει έμφαση στον διαβήτη, την απόκτηση της ινσουλίνης και των υπόλοιπων ορμονών (πρωτεΐνες, στεροειδή, αμίνες), που συνεχώς ανακαλύπτονται και ρυθμίζουν τη λειτουργία του σώματός μας. Στο δεύτερο τμήμα της ενότητας ασχολείται με τους αδένες, κυρίως με τον γιγάντιο αδένα, που είναι το συκώτι, αλλά και με το πάγκρεας και τη σπλήνα (η οποία δεν χαρακτηρίζεται ως αδένας, αλλά συγκατοικούν παρά τις διαφορές τους), ολοκληρώνοντας με τη χοληδόχο κύστη, τα νεφρά και την ουροδόχο κύστη.

Το 9ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον σκελετό και το αμέσως επόμενο ερευνά σε χρονολογικά πλαίσια και με επιστημονικά δεδομένα το φαινόμενο του διποδισμού, ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό του ανθρώπου εξαιτίας, ίσως, του υπερλειτουργικού εγκεφάλου που επέφερε και τις αλλαγές στην ανατομία μας. Εδώ ο Bryson βρίσκει την ευκαιρία να σταθεί και στο φαινόμενο της παχυσαρκίας ανά τον κόσμο τις τελευταίες τρεις, κυρίως, δεκαετίες. Στην επόμενη ενότητα, ερευνά την ισορροπία του σώματός μας, ενώ μας παρέχει παραδείγματα επιβίωσης ανθρώπων κάτω από αντίξοες συνθήκες και βρίσκει την ευκαιρία να παραθέσει πειράματα-φρικαλεότητες επιστημόνων πάνω σε συνανθρώπους τους για εξαγωγή αναίσχυντων ιατρικών συμπερασμάτων. Από τη μία οι άμυνες του οργανισμού για την ισορροπία της θερμοκρασίας του σώματος, με τον άγνωστο σταθμιστή πυρετό να αποτελεί τον έμμεσο σωτήρα του οργανισμού μας απέναντι στα αδηφάγα μικρόβια και τους ιούς, και από την άλλη η κομβικής σημασίας ισορροπία του σώματός μας, που καλείται ομοιόσταση. Εν τέλει, η ενότητα αυτή παρ’ όλη τη συνθετότητά της δίνει εξηγήσεις μέσα από απτά παραδείγματα για καθημερινά μας λάθη.

Άμεσα συνδεδεμένο με τα παραπάνω το ανοσοποιητικό σύστημα, που εξετάζεται στο 12ο κεφάλαιο, ίσως το πιο δυσνόητο σύστημα, λόγω της χαοτικής και ανερμάτιστης λειτουργίας του. Μέσα στις σελίδες του ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή με τις αγόγγυστες προσπάθειες του ανοσοποιητικού να αναγνωρίσει και να καταπολεμήσει κάθε στιγμή έναν άπειρο αριθμό πραγμάτων. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι το ανοσοποιητικό μας δίνει συνεχώς μια μάχη να «υπερασπιστεί τα εδάφη του» έναντι των εισβολέων. Συχνά όμως τα μικρόβια παραπλανούν το ανοσοποιητικό μας, με αποτέλεσμα να επιτεθούν σε λάθος οργανισμούς. Το κεφάλαιο τελειώνει με τις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού απέναντι στις μεταμοσχεύσεις και τη μεγαλύτερη και περίπλοκη διαταραχή που τείνει να αποτελέσει μάστιγα του αιώνα, τις αλλεργίες.

Οι πνεύμονες και η περιπλοκότητα του άσθματος σε συνάρτηση με την πιο μεγάλη εξάρτηση του 20ού αιώνα, το κάπνισμα, εξετάζεται στην επόμενη ενότητα ολοκληρώνοντας με ένα ακόμα δυσνόητο φαινόμενο του οργανισμού μας, στο οποίο η επιστήμη δεν έχει επαρκείς απαντήσεις, τον λόξιγκα. Οι επόμενες σελίδες ερευνούν το θαύμα της ζωής, τη γέννηση μέσω της αναπαραγωγής.

Ο πόνος, το πιο παράξενο και βασανιστικό πράγμα, εξετάζεται στο επόμενο τμήμα του βιβλίου. Πόνος, μια δυσάρεστη αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία που ξεκινά λίγο κάτω από το δέρμα με ειδικές απολήξεις, τους αλγοϋποδοχείς, που αντιδρούν σε τρία είδη οδυνηρών αισθημάτων – θερμικά, χημικά και μηχανικά. Μέσω του πόνου ο συγγραφέας εισέρχεται στο νευρικό σύστημα μελετώντας τη δομή και τη λειτουργία του και μεταβαίνει στις ασθένειες και τη μετατροπή κάποιων σε επιδημίες.

Λίγο πριν από τον επίλογο μελετά, μέσα από μια εξόχως προσεγμένη διατύπωση, τον καρκίνο. Πέρα από την ιστορική αναδρομή και τις κατακτήσεις της επιστήμης, ο Bryson δίνει απαντήσεις σε ένα θέμα που όλους μάς τρομάζει, με έναν τρόπο που σίγουρα δε θα σας κάνει να προσπεράσετε τις σελίδες. Αποφεύγοντας την πολυεδρικότητα ειδικών ορολογιών, ακουμπά στην ανθρώπινη ψυχή ψαύοντας έντεχνα ένα τόσο ευαίσθητο θέμα.

Το τελευταίο τμήμα, ως ένας απολογισμός, διερευνά την ιατρική (καλή και κακή), την αλματώδη εξέλιξή της κατά τον 20ό αιώνα και την εκτίναξη του μέσου όρου ζωής. Κι όλα αυτά υπό το πρίσμα των χρημάτων που τις περισσότερες φορές απορροφούνται ποικιλοτρόπως, ακόμη και με τη δολερή συμπαιγνία γιατρών και φαρμακοβιομηχανιών, αυτά όμως καθορίζουν εν πολλοίς, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, τον μέσο όρο ζωής των κατοίκων αυτού του πλανήτη. Εν κατακλείδι, ας κρατήσουμε την παρακάτω φράση:

…έχουμε βελτιωθεί πολύ στην παράταση της ζωής, αλλά δεν έχουμε απαραίτητα βελτιωθεί στην παράταση της ποιότητας της ζωής.

Συνήθως αρεσκόμαστε σε βιβλία όπου ο μύθος ψαύει την αναγνωστική μας περιέργεια επενδύοντας έτσι περισσότερο στη φαντασία, όμως το θαύμα της ζωής δεν ξεπερνά κάθε φαντασία; Η πορεία μας από τη γέννησή μας ως την αναχώρηση σίγουρα αποτελεί ένα παράδοξο – και η κατανόησή της, ίσως, το πιο μαγευτικό ταξίδι!

Το σώμα του Bill Bryson δεν είναι ένα επιστημονικό εγχειρίδιο, αλλά ένας ταξιδιωτικός οδηγός του σώματός μας. Δε θα φορτώσει τον αναγνώστη με ορολογίες, ούτε θα τον κουράσει με εξεζητημένες θεωρίες, ούτε καν θα παράσχει νουθεσίες με γνώμονα την επιστημονική αυθεντία του γράφοντος. Μέσα από αυτές τις σελίδες ο αναγνώστης, πέρα από τη γνώση, σίγουρα θα εκπλαγεί για πολλά που γίνονται πίσω από την πλάτη του και τον αφορούν. Θα προβληματιστεί για το πώς οι συνεχιζόμενες νέες απαιτήσεις του πάνω στον πλανήτη τον οδηγούν στην απώλεια όχι μόνο της υγείας του και της αισθητικής του, αλλά και της πραγματικής αντίληψης του κόσμου. Μέσα από την απλή γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Bryson, και πολύ επιδέξια έχει μεταφέρει στην ελληνική ο μεταφραστής Γιώργος Μαραγκός, ο αναγνώστης θα μπορέσει να αφουγκραστεί το σώμα του και να κατανοήσει κατ’ επέκταση τον εαυτό του. Ένα βιβλίο γνωριμίας. Ένας οδηγός επανεκκίνησης. Άλλωστε, σε έναν κόσμο όπως ο δικός μας, που ευνοεί τις ανισότητες, μια πρώτη «ανάγνωση» του σώματός μας ίσως να αποτελεί εφαλτήριο για την προσπέλαση πολλών δεινών.

Πηγή: diastixo.gr

newzme.gr

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να μπορούμε να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώριση σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και η βοήθεια της ομάδας μας να κατανοήσει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.