HomePosts Tagged "κριτική" (Page 2)

κριτική Tag

Ο χρόνος τρέχει στο παρελθόν για να δείξει την πρώτη αρχή ενός κεντρίσματος που γονιμοποιήθηκε χρόνια μετά. Η –καθηγήτρια σήμερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων– Μαίρη Μάντζιου καταθέτει στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, στα χέρια των φοιτητών της και των ενδιαφερόμενων για το είδος αναγνωστών της, τη δική της μετάφραση, με όλα τα συνεπαγόμενα –Εισαγωγή, Κείμενο, Σχόλια– της εμβληματικής Ηλέκτρας του Σοφοκλέους, που μικρό κορίτσι πρωτοείδε στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης με την Ασπασία Παπαθανασίου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η παράσταση αυτή είχε καταχωρισθεί στο ιστορικό αρχείο του BBC.

Η Μαίρη Μάντζιου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (University College London). Έχει πλούσιο ερευνητικό έργο και έχει δημοσιεύσει μελέτες για την αρχαία ελληνική τραγωδία, το αρχαίο ελληνικό θέατρο και την αρχαία ελληνική υμνογραφία. Έχει μεταφράσει στην ελληνική την έκδοση του Βρετανικού Μουσείου, Richard Green – Eric Handley, Images of the Greek Theatre (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996).

Η Ηλέκτρα είναι ένα δυσερμήνευτο έργο, κατά τη μαρτυρία επιφανών δημιουργών, είτε λόγω της απόκλισης από τον μύθο είτε λόγω των πολλών κριτικών προβλημάτων και δυσκολιών που πηγάζουν από τη φθορά των χειρογράφων. Παράλληλα, προκύπτουν πολλά ηθικά προβλήματα, εφόσον οι «αμφιλογίες», οι «εντάσεις», τα «ηθικά δίπολα» απαιτούν «εξονυχιστική εξέταση της γλώσσας του δράματος».

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει αντικριστά το πρωτότυπο κείμενο και τη μετάφρασή του, με έμφαση όχι στην «κατά λέξη» μετάφραση, αλλά στην «κατανόηση της γλώσσας και του ύφους, του νοήματος και της σκέψης σε σχέση με τα συμφραζόμενα».

Η δολοφονία του Αγαμέμνονος από τον Αίγισθο αναφέρεται στην Οδύσσεια και σε διάφορους μύθους, αλλά όχι πάντοτε με τη συνεργασία της Κλυταιμήστρας. Η δολοφονία στη συνέχεια του Αιγίσθου από τον Ορέστη θεωρείται «πράξη ηρωική, χωρίς ηθικές συνέπειες». Στους Νόστους όμως αναφέρεται και η δολοφονία της Κλυταιμήστρας, με τη συμμετοχή του Πυλάδη. Την Ηλέκτρα τη βρίσκουμε πρώτη φορά στον Γυναικών κατάλογο του ψευδο-Ησιόδου. Γενικώς η μεταφράστρια της σοφόκλειας τραγωδίας ερευνά τους μύθους πίσω από τον συγκεκριμένο δραματοποιημένο μύθο, πού και πότε πρωτοεμφανίζονται τα πρόσωπα και με ποιους ρόλους. Η Ηλέκτρα είναι η ηρωίδα στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη καθώς και στις Χοηφόρους του Αισχύλου, στην τριλογία Ορέστεια. Στη συνέχεια, η Μάντζιου θα μελετήσει σχολαστικά τα «κατά ποσόν» μέρη της τραγωδίας, θα σχολιάσει διεξοδικά τα αποσπάσματα, θα παρατηρήσει λεπτομερώς τα πρόσωπα, τον λόγο, το ήθος, θα επισημάνει μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες ρίχνουν φως σε άδηλα σημεία του ψυχικού τοπίου των ηρώων, που πλουτίζουν δραματουργικά το έργο. Από τη σχετική έρευνα που διεξήγαγε, το έργο πρέπει να παίχτηκε «στα κρίσιμα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου και της ηθικής σχετικοκρατίας που χαρακτήριζε τη ζωή στην Αθήνα».

Για την ανάγκη της παρούσας περίστασης θα σταθώ σε μερικά επεισόδια της τραγωδίας, τα οποία είναι κοινός τόπος, θα λέγαμε, για τους αρχαίους και ειδικά για τον Σοφοκλή, αλλά δείχνουν και τον τρόπο εργασίας της Μάντζιου, μιας εργασίας που κράτησε πολλά χρόνια, μέχρι να μας παραδοθεί.

Να επισημάνουμε τη διαφορά στο ύφος και ήθος των δύο αδελφών, Ηλέκτρας και Χρυσοθέμιδος, οι οποίες βιώνουν με διαφορετικό τρόπο τη νέα κατάσταση στο παλάτι. Η Ηλέκτρα, φτωχά ντυμένη και παραμελημένη, ζει φυλακισμένη και μόνο λόγω της απουσίας του Αίγισθου τη βρίσκουμε έξω. Η Χρυσόθεμις παρουσιάζεται στην πύλη των ανακτόρων, πριγκιπικά ντυμένη αλλά συμβιβασμένη και τρομοκρατημένη, αρνούμενη να αντιδράσει. Είναι σώφρων ή δειλή; Η Ηλέκτρα είναι υψηλόφρων ή άφρων; Οι δύο αδελφές έχουν αντιστρόφως ανάλογη συμπεριφορά και ενδυμασία, που δηλώνουν η καθεμία τη διαφορά του φαίνεσθαι και του είναι.

Και οι αμφισημίες συνεχίζονται. Για τον Ορέστη που έρχεται απ’ έξω στις Μυκήνες, το παλάτι είναι πολύχρυσον, ενώ για την Ηλέκτρα που ζει μέσα και πάσχει είναι πολύφθορον και διακρίνεται ευκρινώς εδώ η σοφιστική παιδεία του Σοφοκλέους. Επίσης, οι ακόλουθοι στίχοι αποδεικνύουν τη διπλή όψη των πραγμάτων:

Ου ζω; Κακώς μεν, οίδ’, επαρκούντως δ’ εμοί./ λυπώ δε τούτους, ώστε τω τεθνηκότι/ τιμάς προσάπτειν, ει τις εστ’ εκεί χάρις.

Δεν ζω; Άθλια μεν, το γνωρίζω, όμως επαρκώς για μένα./ Δυσαρεστώ όμως αυτούς, έτσι που ανταποδίδω στον νεκρό/ τιμές, αν υπάρχει εκεί κάτω κάποια ευχαρίστηση…

Διότι για την Ηλέκτρα «η ζωή δεν είναι επιβίωση, αλλά σύστημα κανόνων, και αυτό έχει τίμημα», παρατηρεί η Μάντζιου.

Τέθνηκεν η τάλαινα. Κάθε φορά με αρνητική σημασία. Η Μάντζιου διευκρινίζει ότι «για την Κλυταιμήστρα, το επίθετο έχει ηθική και αρνητική σημασία: η πανάθλια, η αδιάντροπη, η αχρεία» και με αυτή την έννοια χρησιμοποιεί το επίθετο η Ηλέκτρα. Αν το εννοήσουμε με τη σημασία του «δύστυχη», τότε σημαίνει πως η Ηλέκτρα δείχνει συμπόνια, ενώ αντιθέτως επιθυμεί «την πλήρη απαξίωση μιας γυναίκας που υπήρξε αμήτωρ… Η Ηλέκτρα είναι αδυσώπητη, αδημονεί να ακούσει ότι πέθανε η άσπλαχνη μητέρα της… Αντιστρόφως, η Κλυταιμήστρα αδημονεί να βεβαιωθεί ότι ο γιος της είναι νεκρός».

Χωρεί γεγηθώς. Ο Αίγισθος επιστρέφει περιχαρής στο παλάτι και μάλιστα χωρίς συνοδεία, γιατί νομίζει πως πέθανε ο Ορέστης. Τα χέρια του Ορέστη είναι αιματοβαμμένα από το αίμα της Κλυταιμήστρας, εδώ θα μπορούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι Ερινύες, λέει η Μάντζιου, αλλά ο ποιητής έχει σχέδιο διαφορετικό. «Εισάγει στη σκηνή τον σφετεριστή» και «μετατοπίζει την προσοχή των θεατών».

«Ο Σοφοκλής αποδεικνύεται αριστοτέχνης στη σύνθεση της δραματικής δομής του έργου και στην πρόκληση ενδιαφέροντος του θεατή». Και η Μάντζιου τονίζει ότι η έμφαση δεν δίνεται στη μητροκτονία, αλλά στην αποκατάσταση της τάξης στον οίκο και στην πόλη.

Στο βιβλίο, εκτός από την πλήρως εμπεριστατωμένη Εισαγωγή, όπου γίνεται εξονυχιστική μελέτη του έργου, επισημαίνεται η ιδιάζουσα συμπεριφορά του κάθε ήρωα, μελετάται σε βάθος η ψυχοσύνθεση των προσώπων, η διπλή φύση των πραγμάτων, η θέση του ήρωα στην ορχήστρα –στην πύλη, μέσα ή έξω από το παλάτι– έχει το σημαινόμενό της, οι ομοιότητες και οι διαφορές με τις τραγωδίες που χειρίζονται το ίδιο θέμα καθιστούν τον αναγνώστη ιδανικό θεατή του δράματος.

Το κείμενο μας δίνεται στο πρωτότυπο, στην μέλιττι κεχρισμένην γλώτταν του Σοφοκλή, αλλά και στην επιστημονική, όμως ευέλικτη και ευλύγιστη νεοελληνική, προσιτή σε κάθε φιλομαθή αναγνώστη. Η Μαίρη Μάντζιου πραγματοποίησε μέγα έργο, πολυεπίπεδο, σύνθετο, απολαυστικό.

Πηγή: diastixo.gr

Σε μία εποχή κατά την οποία η διδασκαλία των λατινικών στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση είχε προσωρινά καταργηθεί, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το σύγγραμμα Wheelock’s Latin, μεταφρασμένο από τον Ανδρέα Ν. Μιχαλόπουλο και τη Σοφία Παπαϊωάννου, καθηγητές Λατινικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Πρόκειται για την 7η έκδοση του έργου του F.M. Wheelock, το οποίο αποτελεί ένα εγχειρίδιο εκμάθησης της λατινικής γλώσσας για αρχάριους που προσπαθεί να καταστήσει τη συγκεκριμένη γλώσσα προσιτή, κατανοητή κι ελκυστική στο αναγνωστικό κοινό, αναδεικνύοντας συνάμα τη ζωντάνια και τη διαχρονική χρησιμότητά της.

Αρχικά, υπάρχει ένα σημείωμα των μεταφραστών, ένας πρόλογος εκ μέρους του συγγραφέα και κάποιες πληροφορίες για τη δομή και την αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου. Στη συνέχεια, ακολουθεί μία πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή (introductio), η οποία περιλαμβάνει μία σύντομη επισκόπηση της λατινικής λογοτεχνίας (είδη, εκπρόσωποι) και μία αναφορά στη θέση της λατινικής γλώσσας στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Εντυπωσιακός είναι ο πίνακας στη σελίδα 38, ο οποίος επιλέγει να παρουσιάσει τη μορφή γνωστών λέξεων σε διάφορες γλώσσες, με στόχο να αναδείξει την ετυμολογική σχέση πολλών ρωμανικών γλωσσών (ισπανικά, ιταλικά, πορτογαλικά, γαλλικά) με τα λατινικά. Στις σελίδες 47-53 επιπλέον γίνεται λόγος για την προφορά και το αλφάβητο της λατινικής, ενότητα πολύ σημαντική, δεδομένου ότι στο λύκειο δεν υπάρχει χρόνος για να διδαχθούν οι μαθητές σωστά την προφορά της συγκεκριμένης γλώσσας.

Στη συνέχεια, το έργο διακρίνεται σε 40 κεφάλαια, τα οποία εστιάζουν σε γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα. Με τα ρήματα ασχολούνται τα κεφάλαια 1, 4, 5, 6, 8, 10, 12, 18, 19, 21, 23, 28, 29, 30, 34, ενώ με τα ουσιαστικά, τις αντωνυμίες, τα επίθετα και τον σχηματισμό των παραθετικών τα κεφάλαια 2, 3, 4, 7, 9, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 20, 22, 26, 27 και 32. Τέλος, τα κεφάλαια 25, 28, 29, 31-40 εστιάζουν στα πιο απαιτητικά συντακτικά φαινόμενα της λατινικής γλώσσας, όπως οι δευτερεύουσες προτάσεις, ο πλάγιος λόγος, η γερουνδιακή έλξη και η ακολουθία χρόνων, ενώ και σε όλα τα υπόλοιπα γίνεται αναφορά σε πιο απλά συντακτικά ζητήματα, όπως η χρήση της δοτικής ή της αφαιρετικής.

Σε αντίθεση με άλλα εγχειρίδια γραμματικής ή συντακτικού της λατινικής, Τα λατινικά του Wheelock δεν παραθέτουν απλώς πίνακες με την κλίση διάφορων ρηματικών ή ονοματικών τύπων, ούτε καταγράφουν μόνο τη θεωρία των συντακτικών φαινομένων. Αντιθέτως, ξεκινούν από το μηδέν, αποσαφηνίζοντας ακόμα και βασικούς όρους, όπως οι φωνές, οι χρόνοι, οι διαθέσεις, η χρήση των πτώσεων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι παρατίθενται και μέθοδοι για τη διάκριση του γένους των ουσιαστικών, πρόβλημα συχνά ανυπέρβλητο, όχι μόνο για τους μαθητές του Λυκείου, αλλά και για τους φοιτητές. Επίσης, σε κάθε κεφάλαιο εμπεριέχονται ενότητες με λεξιλόγιο, μικρά κείμενα για εξάσκηση, προτάσεις από το πρωτότυπο για μετάφραση, γνωμικά, πραγματολογικά σχόλια και εικόνες, στοιχείο το οποίο καθιστά το συγκεκριμένο σύγγραμμα ξεχωριστό και ευχάριστο στην ανάγνωση.

Στη συνέχεια, ακολουθούν οι loci antiqui και οι loci immutati. Οι πρώτοι εμπεριέχουν διασκευασμένα και οι δεύτεροι μη διασκευασμένα αποσπάσματα από τα πρωτότυπα κείμενα των σπουδαιότερων συγγραφέων της ρωμαϊκής λογοτεχνίας, συνοδευόμενα από λεξιλόγιο, με στόχο την περαιτέρω εξάσκηση του αναγνώστη σε πιο απαιτητικές ασκήσεις. Έπειτα, υπάρχουν ασκήσεις αυτοβελτίωσης πάνω στη γραμματική και το συντακτικό κλιμακούμενης δυσκολίας με τις λύσεις τους, μέσω των οποίων ο αναγνώστης μπορεί από μόνος του να δοκιμαστεί και να ελέγξει τις επιδόσεις του. Τέλος, στις επόμενες ενότητες εμπεριέχονται φωνολογικοί κανόνες, συνοπτικοί πίνακες γραμματικής και ένα βασικό λεξιλόγιο από την ελληνική στη λατινική γλώσσα και το αντίστροφο. Το τελευταίο πιστεύω ότι είναι άκρως χρηστικό, δεδομένου ότι σε όλα τα πανεπιστημιακά μαθήματα Λατινικής Θεματογραφίας για τους προπτυχιακούς φοιτητές των φιλοσοφικών σχολών η εκμάθηση του λεξιλογίου φαίνεται ως κάτι ακατόρθωτο, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό στην απόδοση ενός αδίδακτου κειμένου. Το σύγγραμμα ολοκληρώνεται με ένα εύχρηστο ευρετήριο.

Τα λατινικά του Wheelock αποτελούν ένα ξεχωριστό εγχειρίδιο εκμάθησης της λατινικής γλώσσας, καθώς τη διδάσκουν από το μηδέν και δεν χρειάζεται ο αναγνώστης να γνωρίζει ήδη τη γλώσσα σε κάποιο βαθμό. Επίσης, τα κείμενα, τα γνωμικά, οι εικόνες και τα πραγματολογικά σχόλια το καθιστούν πολύ ευχάριστο, μεθοδικό κι ελκυστικό, όχι μόνο για τους προπτυχιακούς και τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της φιλολογίας, αλλά ακόμα και για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η μετάφραση επίσης του Α.Ν. Μιχαλόπουλου και της Σ. Παπαϊωάννου είναι εύστοχη, χωρίς να οδηγεί σε ασάφειες ή δυσκολίες κατά την ανάγνωση.

Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, αδυναμία παρουσιάζουν τα κεφάλαια 25 και 49. Το πρώτο εστιάζει στον πλάγιο λόγο, αλλά δεν ξεκαθαρίζει με σαφήνεια ποιες μετατροπές έχουμε στις αντωνυμίες της λατινικής κατά τη μετάβαση από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο, ενώ το δεύτερο παρουσιάζει εξαιρετικά τη χρήση του γερουνδίου και του γερουνδιακού, αλλά δυστυχώς δεν αναλύει εξονυχιστικά το φαινόμενο της γερουνδιακής έλξης, στο οποίο εξετάζονται συχνά οι φοιτητές κατά τις προπτυχιακές τους σπουδές.

Γενικά, η μετάφραση του συγγράμματος Τα λατινικά του Wheelock αποτελεί μία αξιέπαινη προσπάθεια, η οποία ίσως συμβάλλει στην αποκατάσταση της σχέσης των Ελλήνων με τα λατινικά, και δίνει το έναυσμα για μία αναθεωρημένη αντιμετώπιση της λατινικής γλώσσας τόσο στη δευτεροβάθμια, όσο και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, στοχεύει στη σύνδεση του μαθήματος των λατινικών με τον ρωμαϊκό πολιτισμό και συνεπώς δεν αποτελεί ένα απαραίτητο εγχειρίδιο μόνο για έναν φιλόλογο ή έναν φοιτητή της Φιλοσοφικής, αλλά για τον κάθε άνθρωπο ο οποίος δεν γνωρίζει τη γλώσσα, ωστόσο θέλει να διεισδύσει στα μυστικά της και να γνωρίσει την ιστορία και τον πολιτισμό των Ρωμαίων.

Πηγή: diastixo.gr

Δεν σπανίζουν οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, τόσο από νέους όσο και από καταξιωμένους συγγραφείς. Κάποια εσωτερική ανάγκη ωθεί σε μια συχνά επώδυνη επιστροφή ή σε μια αποκαλυπτική αλήθεια μέσα από τις προσωπικές καταγραφές. Εν προκειμένω, λοιπόν, η Ernaux (Ερνό) δεν πρωτοτυπεί. Ωστόσο, είναι ο τρόπος που προσεγγίζει το προσωπικό της παρελθόν, που καθιστά το δικό της αυτοβιογραφικό αφήγημα ξεχωριστό. Ερευνά μέσα από τις μνήμες της την απόσταση που τη χώριζε πάντοτε από τον πατέρα της και φέρνει στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που, χωρίς να παύει να είναι δική της και να την αφορά, ταυτόχρονα υπογραμμίζει έναν κοινό τόπο. Λιτότητα στην αφήγηση, απομάκρυνση από συγκινησιακά φορτισμένη γλώσσα. Ένας τρόπος να αφηγηθείς το παρελθόν αποδίδοντας τις συνθήκες που το καθόριζαν τότε, χωρίς να τις προδώσεις μέσα από την οπτική του παρόντος.

Αν θέλω να εξιστορήσω μια ζωή υποταγμένη στην ανάγκη, δεν δικαιούμαι να υιοθετήσω μια καλλιτεχνική προσέγγιση ή να αποπειραθώ να φτιάξω κάτι το «καθηλωτικό», το «συγκινητικό». Θα συγκεντρώσω τα λόγια, τις χειρονομίες, τα γούστα του πατέρα μου, καθώς και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του· κοντολογίς, όλα τα αντικειμενικά σημάδια της ύπαρξής του, μιας ύπαρξης που τη μοιράστηκα κι εγώ.
Όχι λυρικές αναπολήσεις, όχι θριαμβευτική επίδειξη ειρωνείας. Αυτός ο ακύμαντος τρόπος γραφής μού ταιριάζει εκ φύσεως, είναι το ύφος που χρησιμοποιούσα όταν έγραφα άλλοτε στους γονείς μου για να τους λέω τα σημαντικά νέα. (σσ.24-25)

Μια αναπαράσταση του βιωμένου παρελθόντος, που καθόρισε την προσωπικότητά της μέσα στα όρια που η ίδια το αποδεχόταν. Γιατί η αλήθεια είναι πως είχε από πολύ νωρίς αποστασιοποιηθεί από την αισθητική και τον ιδεολογικό κόσμο του οικογενειακού περιβάλλοντος. Όταν στην αρχή του αφηγήματος τη βρίσκουμε στην πρώτη της επιτυχή απομάκρυνση από τις προδιαγραφές των οικογενειακών βλέψεων να κρατά στο χέρι της το χαρτί που θα της επιτρέψει να εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγήτρια, δεν έχουμε καμία αυταπάτη πως διαχωρίζεται εντελώς από τη ζωή του εργάτη πατέρα και την ηθική που αυτή υπαγορεύει για τα όρια που πρέπει κανείς να θέτει στις φιλοδοξίες του. Η μόρφωση δεν θεωρείται αγαθό, καθώς στερεί από το νεαρό άτομο τη δυνατότητα να εργαστεί χειρωνακτικά από νωρίς και να βοηθήσει τον αγώνα της οικογένειας για επιβίωση. Αλλά και το άνοιγμα του ορίζοντα έξω από το στενό πλαίσιο της ελεγχόμενης ζωής στην επαρχία μόνο απειλή θα μπορούσε να θωρηθεί, ειδικά για μια νεαρή γυναίκα. Το γεγονός ότι ο πατέρας, καθ’ υπέρβαση και αυτός των προδιαγεγραμμένων ορίων του ως εργάτης, στήνει μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, λειτουργεί ακόμη πιο αρνητικά στην αποδοχή της απόφασής της να διαχωρίσει την πορεία της. Θα έπρεπε να κατορθώσει μια αυθεντική υπέρβαση της ίδιας της φύσης του προκειμένου να κατανοήσει τη λογική της κόρης του. Η έννοια της «καλλιέργειας» γι’ αυτόν είναι συνυφασμένη με τη γη, η άλλη έννοια της λέξης, που είχε σχέση με το πνεύμα, του ήταν άχρηστη (σ.34). Οπότε η απόσταση μεγαλώνει και οι όποιες παιδικές μνήμες προσέγγισης των δύο ατονούν δραστικά.

Με αφορμή τον θάνατο του πατέρα της, όταν η ίδια είναι στην ηλικία των σαράντα τριών χρόνων (το αφήγημα γράφτηκε το 1983), θα επιχειρήσει την επιστροφή στην απλότητα μιας ξεχασμένης ζωής μέσα από τις διηθημένες μέσα της μνήμες. Μια προσπάθεια απόσεισης των ενοχών της; Ίσως η ανάγκη να κατανοήσει τη διαφορετική λογική ανοίγοντας ένα ρήγμα (έστω μικρό) στον διαμορφωμένο ιδεολογικό της κόσμο, για να εισχωρήσει η άλλη οπτική; Καθόλου τυχαία στην προμετωπίδα του βιβλίου η φράση του Jean Genet: Je hasarde une explication: écrire c’est le dernier recours quand on a trahi. Δηλαδή: Αποτολμώ μια εξήγηση: η γραφή είναι το τελευταίο καταφύγιο γι’ αυτόν που έχει προδώσει. Αν νιώθει ότι πρόδωσε τον κόσμο στον οποίο ανήκε, τότε το αφήγημα αυτό λειτουργεί εξιλεωτικά. Η γραφή ως καταφύγιο τελευταίο, όταν όλοι οι δρόμοι επικοινωνίας έχουν εξαντλήσει τα περιθώριά τους. Κι ας μην έχει πλέον την ευκαιρία ο πατέρας να διαβάσει το κείμενο της κόρης του – ή ίσως κυρίως γι’ αυτό· πάντοτε μοναχική συνθήκη η γραφή, ανοίγει τη θέα της στους άλλους χωρίς να έχει καμία απολύτως σημασία η δική τους πρόσβαση, η δική τους μέθεξη, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Όπως θα πει η ίδια:

Ίσως γράφω γιατί δεν είχαμε πια τίποτε να πούμε ο ένας στον άλλον. (σ.79)

Η αναγνωστική πρόσληψη του αφηγήματος θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, στο επίπεδο των πολύπλοκων οικογενειακών σχέσεων, ή έστω στη σχέση (την έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη) της κόρης προς τον πατέρα. Ωστόσο, η Σοφία Νικολαΐδου, που προλογίζει το βιβλίο, δίνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική παράμετρο, την οποία άλλωστε επιλέγει ως θέμα και στο πρόσφατο βιβλίο της, Το χρυσό βραχιόλι (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Παραλληλίζει με την περίπτωση της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας πως το βιβλίο της Ernaux φέρνει στον νου μια οικεία ιστορία:

Μέσα στον 20ό αιώνα η Ελλάδα άλλαξε. Τα εργατόπαιδα έγιναν δικηγόροι και τα αγροτόπαιδα γιατροί. Τα παιδιά του χωριού ήρθαν στην πόλη. Ξέφυγαν απ’ τη φτώχεια, ένα πτυχίο έδινε δουλειά. Πανεπιστήμιο σήμαινε οικονομική εξασφάλιση, κοινωνική ανέλιξη και σιγουριά ότι η ζωή τραβάει μπροστά.

Στο αφήγημα όμως της Ernaux δεν έχουμε ακόμη (ή έστω δεν έχουμε στην περίπτωση του δικού της περίγυρου, οικογενειακού αλλά και ευρύτερα κοινωνικού στη γαλλική επαρχία όπου μεγαλώνει) τη συνειδητή αποδοχή της πνευματικής καλλιέργειας και της πανεπιστημιακής μόρφωσης ως αξιών· η τοπική κοινωνία ανθίσταται σθεναρά στην άλωση του αξιακού της συστήματος από ξενόφερτες (όπως πιστεύει) ιδέες. Έτσι, η περίπτωσή της αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς έπρεπε να συγκρουστεί με το οικογενειακό σύστημα στερεότυπων αντιλήψεων (καθοδηγούμενο από τον πατέρα και υποστηριζόμενο εν σιωπή από τη μητέρα), προκειμένου να καθορίσει η ίδια το πλαίσιο των επιδιώξεών της. Δεν ανταποκρινόταν σε κανένα πρότυπο, σε καμία φιλοδοξία του στενού και του ευρύτερου περίγυρου. Και, όταν επιλέγει να θυμηθεί την ιστορία του πατέρα της, στην πραγματικότητα ανιχνεύει εκείνο το παλαιό δικό της πρόσωπο, σ’ εκείνη την άλλη, τη διαφορετική ζωή, την τόσο απόμακρη από την τωρινή της:

Ενόσω έγραφα τούτο το βιβλίο, διόρθωνα επίσης γραπτά, έφτιαχνα υποδείγματα εκθέσεων, γιατί γι’ αυτό με πλήρωναν. Ένα παιχνίδι ιδεών που μου προκαλούσε την ίδια εντύπωση με την έννοια της «πολυτέλειας», ένα αίσθημα εξωπραγματικού, μια επιθυμία να κλάψω. (σ.106)

Συγκρατημένη γραφή, όπως αρμόζει σε μνήμες που εγκιβωτίζουν και αποκαλύπτουν θεμελιακές συγκρούσεις και προσωπικά θαρραλέα βήματα στον Τόπο αλλά και έξω απ’ αυτόν. Ο Τόπος είναι ο χώρος αλλά και η θέση μας σ’ αυτόν ή ως προς αυτόν. Γιατί ο Τόπος βρίσκεται μέσα μας, στον τρόπο που μας επηρεάζουν πράγματα και πρόσωπα, στη διάθεσή μας να τον βιώσουμε, ακόμα κι αν είναι να τον ξεπεράσουμε.

Πηγή: diastixo.gr

Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια μυθιστοριογράφος που έχει γράψει και μυθιστορήματα για ενήλικες, όπως και μυθιστορήματα για παιδιά και νέους. Το κεντρικό στοιχείο της συγγραφής της είναι η πολιτική ματιά στην ιστορία που αποφασίζει να αφηγηθεί. Και αν στα πολυσέλιδα «ενήλικα» μυθιστορήματά της αυτή η ματιά απλώνεται σε μεγάλα χρονικά διαστήματα και ενεργοποιεί πολλά πρόσωπα, στα εφηβικά και παιδικά της έργα αυτοπεριορίζεται σε μια πιο περιορισμένη περίοδο, όπως και επίσης αποκτά μια πλέον σφιχτή πλοκή. Με αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη συγγραφέας δείχνει να αναγνωρίζει και να χρησιμοποιεί κατάλληλα τους τρόπους με τους οποίους θα μπορέσει να έρθει πιο κοντά με ένα εφηβικό κοινό. Το παιδί και ο έφηβος απαιτεί γρήγορες εναλλαγές και δράση.

Είναι γεγονός πως η στόχευση του κάθε συγγραφέα προς μια συγκεκριμένη κατηγορία αναγνωστών τον οδηγεί και σε φόρμες αφήγησης που μπορούν να συνεπάρουν αυτό το κοινό. Κάτι τέτοιο καθόλου δεν μειώνει την αξία των έργων. Αντίθετα, θα έλεγα πως δείχνει να σέβεται την ιδιοσυγκρασία και τα «θέλω» του αναγνώστη του και να καταφέρνει εν τέλει να τον πλησιάζει για να τον μυήσει στους τρόπους δημιουργίας σχέσεων με τα λογοτεχνικά κείμενα. Ασφαλώς αυτή η προσπάθεια ποικίλλει από συγγραφέα σε συγγραφέα, και έτσι διατηρεί τη μοναδικότητα του ύφους που θα πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε έργο και να το διαφοροποιεί από το όποιο άλλο.

Την καλή λογοτεχνία μπορεί κανείς να τη συναντήσει με πολλούς τρόπους μορφοποιημένη. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, η Πριοβόλου αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση.

Ο κεντρικός της ήρωας –τελειόφοιτος μαθητής του Λυκείου– θα ξεκινήσει τη «συνομιλία» του με ένα πρόσωπο που θα τον ακούει από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα του βιβλίου, χωρίς να μας φανερωθεί, μιας και απλώς χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί η χρήση αυτής της μορφής αφήγησης. Το τέχνασμα αυτό βοηθά να έχουμε μια αφήγηση σε ταχύ ρυθμό, με εντονότατα στοιχεία προφορικότητας και ασφαλώς με στιγμές όπου οι πράξεις ενός μαθητή της Α’ Λυκείου αποτυπώνονται και σχολιάζονται με την κριτική ματιά ενός αποφοίτου.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα ο αναγνώστης θα τα γνωρίσει επίσης μέσα από τα μάτια και τις σκέψεις του αφηγητή, και το ίδιο θα συμβεί με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που πυροδότησαν όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία έχουν οδηγήσει όχι μόνο την οικογένεια του ήρωα, αλλά και πάρα πολλούς άλλους συμπολίτες του σε μια ζωή καταστραμμένη οικονομικά και διαλυμένη κοινωνικά.

Η Ελένη Πριοβόλου τοποθετεί τη δράση στα πρώτα χρόνια των μνημονίων, αλλά δίπλα στον κοινωνικό ζόφο προτείνει και τρόπους διαφυγής από αυτόν. Στην ουσία, δεν θέλει τόσο να μιλήσει για ένα –έστω και πρόσφατο– χθες, όσο για το πώς μέσα από μια συγκεκριμένη πολιτική στάση μπορεί το άτομο να συμπεριφερθεί ως υπεύθυνος πολίτης και να δώσει την ευκαιρία τόσο στους άλλους, όσο και στον ίδιο του τον εαυτό, να δούνε με μια άλλη –μη έντονα και άκομψα νεοφιλελεύθερη ή και φασιστική νοοτροπία– προοπτική τη συνέχεια των αρχών του Διαφωτισμού και των βασικών αρχών του δυτικού πολιτισμού. Τόσο ο νεαρός ήρωας, όσο και τα υπόλοιπα πρόσωπα –μητέρα, πατέρας, αδελφή, συμμαθητές, καθηγητές, άστεγοι και φασιστοειδή– έχουν απόλυτα υποταχτεί στους στόχους της συγγραφέα.

Η Ελένη Πριοβόλου νομίζω πως γράφει –και με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα– με έναν τρόπο όπου πρωτίστως φωτίζεται το θέμα και αμέσως μετά οι ήρωες που πλάθει καλούνται από την ίδια να αποδείξουν τη σημασία των συμβάντων. Σημείωσα πως ο τρόπος αυτός είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένη η αποτελεσματικότητά του. Αλλά η γραφή της Πριοβόλου αναπνέει μέσα από μια έντονη και στέρεα δομημένη πολιτική σκέψη, έτσι ώστε αυτό που παράγει –μυθιστόρημα για ενήλικες ή για εφήβους– να έχει αμεσότητα, ποιότητα και –κυρίως αυτό– στόχο.

Πηγή: diastixo.gr

Σε συνέντευξη που παραχώρησε προς τον δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά και δημοσιεύτηκε στην επέτειο των Δεκεμβριανών το 2006, ο ιστορικός ηγέτης της ανανεωτικής/φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς Λεωνίδας Κύρκος κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα, αν θα ευχόταν να είχε κάνει κάτι διαφορετικά στην πολιτική του πορεία – με άλλα λόγια, αν είχε μετανιώσει για κάποιες επιλογές του. Ο Κύρκος αναφέρθηκε στην αδυναμία του, ως νεαρός μαχητής του αριστερού κινήματος, να σταθεί κριτικά απέναντι στους κομματικούς του ηγέτες, οι οποίοι στα μάτια του «παρουσιάζονταν γιγάντιοι». Και συνεχίζει: «Είδα ότι όλοι αυτοί, ας μην τους πω όλους, ήταν περιτρίμματα. […] Άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά παιδεία για να παίξουν έναν ουσιαστικό ρόλο, σαν αυτόν που φιλοδοξούσαν να παίξουν». Εξήντα χρόνια μετά, «έπιανε τρόμος» τον Λεωνίδα Κύρκο στη σκέψη τι θα συνέβαινε «αν νικούσε τότε η επανάστασή μας».

Ανάλογο τρόμο εξέφραζε στον κύκλο του, από τις διπλές εκλογές του 2012 και εντεύθεν, ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, ο οποίος, ως νεαρό στέλεχος ήδη από τον τελευταίο χρόνο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, είχε γνωρίσει από κοντά την «παλιά φρουρά» της ανανεωτικής ή φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς και παρέμεινε στη συνέχεια προσεκτικός παρατηρητής των διαδοχικών μεταλλάξεων του χώρου αυτού, οι οποίες κατέληξαν στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.

Η επικράτηση στον πάλαι ποτέ Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου (του οποίου την ηγεσία κάποτε είχε ασκήσει ο Κύρκος και είχε διεκδικήσει ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης) μιας νέας γενιάς στελεχών με κοινό παρονομαστή τον πολιτικό κυνισμό, την οποία κανάκευε μια παλαιότερη γενιά εξαρτημένη από τα ιδεολογήματα της «επαναστατικής» της νιότης, καθιστούσε τον Παπασαραντόπουλο εξαιρετικά ανήσυχο για το μέλλον της ίδιας της δημοκρατίας, ιδίως από τη στιγμή που, μέσα στον παροξυσμό που προκάλεσε η υπαγωγή της χώρας σε προγράμματα διάσωσης από τη χρεοκοπία, ένα διευρυνόμενο ποσοστό του εκλογικού σώματος έδειχνε πρόθυμο να δοκιμάσει οτιδήποτε υποσχόταν να τερματίσει τη σκληρή «μνημονιακή» πραγματικότητα.

Έχοντας ήδη στο ενεργητικό του κάτι περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες παρουσίας στα εκδοτικά πράγματα της χώρας, έχοντας διευθύνει το πολύ επιτυχημένο «Ράδιο Παρατηρητής» επί μία 15ετία και έχοντας θητεύσει ο ίδιος (και) ως δημοσιογράφος, ο Παπασαραντόπουλος θεώρησε καθήκον του να τοποθετηθεί δημόσια απέναντι στις επερχόμενες εξελίξεις, μέσω του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου. Ουδέποτε συμμερίστηκε την καλή προαίρεση πολλών να «δώσουν μια ευκαιρία» στο κόμμα του οποίου ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας. Αντιθέτως, από νωρίς προειδοποίησε για τη διαβρωτική επίδραση που θα ασκούσε στους δημοκρατικούς μας θεσμούς η ανάληψη της διακυβέρνησης από έναν φορέα που αναζητούσε συμμαχίες με άξονα τον φτηνό λαϊκισμό.

Τα κείμενα του Παπασαραντόπουλου καλύπτουν την εξαετία 2014-2020, μία από τις –σχεδόν επαναλαμβανόμενες– κρίσιμες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας, κατά την οποία, με τη συναίνεση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι πολιτικοί θεσμοί, το οικονομικό σύστημα, αλλά και ο διεθνής προσανατολισμός της χώρας – γεγονός χωρίς προηγούμενο σε περίοδο ειρήνης.

Ο συγγραφέας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στην αναντιστοιχία ανάμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία της περιόδου –κυρίαρχη όχι λόγω κρατικής επιβολής, αλλά εξαιτίας μιας ενδιάθετης ταύτισης της πλειονότητας των πολιτών με τους πολιτικούς φορείς του αντιφιλελεύθερου λαϊκισμού και του φοβικού εθνικισμού– και το τυπικό ιδεολογικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας που επικράτησε στην Ελλάδα μετά το 1974. Έτσι, επιχειρεί να ερμηνεύσει την καταστροφική πορεία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία κορυφώθηκε στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

Έπειτα από την κυβίστηση μπροστά στο διανοιγόμενο χάος, τον Ιούλιο του 2015, ο Παπασαραντόπουλος παρακολουθεί την πορεία του «υπαρκτού λαϊκισμού», δηλαδή την εναγώνια προσπάθεια του Τσίπρα και των συντρόφων του να μακροημερεύσουν στους κυβερνητικούς θώκους θέτοντας υπό έλεγχο τα θεσμικά αντίβαρα της εκτελεστικής εξουσίας (ΜΜΕ, δικαστική εξουσία, ανεξάρτητες αρχές) και εξουθενώνοντας τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Αν αυτό το εγχείρημα απέτυχε, τούτο οφείλεται στο πολυμερές πλαίσιο εντός του οποίου η Ελλάδα συνυπάρχει με τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις αντοχές μιας εγχώριας κρίσιμης μάζας με φιλελεύθερο πολιτικό προσανατολισμό.

Οι παρεμβάσεις του Πέτρου Παπασαραντόπουλου αποτυπώνουν όχι μόνο την καταγραφή και ερμηνεία της ανόδου και της πτώσης του εθνολαϊκισμού στα χρόνια της εθνικής μας περιδίνησης, αλλά και την αγωνία του για την τύχη της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε μια χώρα, η πολιτική κουλτούρα της οποίας παραμένει «διφυής» και «δισυπόστατος». Ταυτόχρονα, προσφέρουν πλούσιο υλικό προβληματισμού πάνω στο λαϊκιστικό φαινόμενο και την εγχώρια εκδοχή του. Η συλλογή αυτών των κειμένων αξίζει να διαβαστεί όχι ως requiem για μια χαμένη πενταετία, αλλά ως παρακαταθήκη ιδεών σε μια πολιτική αναμέτρηση με αβέβαιη έκβαση.

[Ο Γιάννης Στεφανίδης είναι καθηγητής ΑΠΘ.]

Πηγή: diastixo.gr

Ο Απόκοπος του Μπεργαδή, μνημειώδες έργο της δημώδους γραμματείας μας, αποτέλεσε το θέμα της μεταπτυχιακής εργασίας της Σωτηρίας Μάττα στο ΑΠΘ, στον Τομέα των Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών του Τμήματος Φιλολογίας. Η εργασία στηρίχτηκε στη βενετσιάνικη πρώτη έκδοση του 1509. Τίτλος της εργασίας Απόκοπος. Ένας σχολιασμός, τέτοιος που, δικαίως, κέντρισε το ενδιαφέρον γι’ αυτό το αινιγματικό έργο, το οποίο ασκεί μεγάλη γοητεία σε μεταφραστές, εκδότες και μελετητές.

Η Μάττα αξιοποίησε την πλούσια βιβλιογραφία και προσπάθησε να προσεγγίσει τα προβληματικά χωρία και τις αινιγματικές φράσεις, χωρίς να μπαίνει σε συγκρίσεις ανάμεσα στην πρώτη έντυπη έκδοση της Βενετίας (Α) του 1509 και του χειρογράφου της Βιέννης (V), που παρουσιάζουν διαφορές.

Στα μέρη του βιβλίου έχουμε έναν περιληπτικό, πολύ ουσιαστικό Πρόλογο (και στα αγγλικά), κατόπιν το κείμενο, καθώς και τις δύο διαφορετικές εκδοχές του τέλους, Εισαγωγή αναλυτική, Πηγές-Απηχήσεις και Ερμηνευτικά Σχόλια στα έξι μέρη της μελέτης. Παράρτημα Ι: Η παράδοση του έργου, Χειρόγραφα και Λαϊκές Μελέτες, Παράρτημα ΙΙ: Βιβλιογραφία: Φιλολογικές και άλλες εκδόσεις, Βιβλιοκρισίες, Δημοσιεύσεις αποσπασμάτων, Μεταφράσεις, Μελέτες για τον Απόκοπο και Γενικές Μελέτες.

Στον Πρόλογό της, η συγγραφέας μάς δίνει τον σκελετό του έργου. Α’ μέρος η αρχή του ονείρου, Β’ μέρος είσοδος στον Άδη, Γ’ μέρος οι ειδικές ερωτήσεις των νεκρών, Δ’ μέρος η καταιγίδα, τα δύο αδέλφια και το ναυάγιο, Ε’ μέρος η συνάντηση με την αδελφή και πλήθος νεκρών. Στο τέλος του έργου, μας δίνονται οι δύο Επίλογοι. Το εξώφυλλο και η πρώτη σελίδα της παρούσας έκδοσης, όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας, παρουσιάζονται πρώτη φορά.

Ακολουθεί το κείμενο της έκδοσης του 1509 (Vejleskov, 2005).

Απόκοπος του Μπεργαδή, Ρίμα λογιοτάτη,
την έχουσιν οι φρόνιμοι πολλά ποθεινοτάτη.

Πρόκειται για διαφημιστική μπροσούρα την οποία πρόσθεσε ο εκδότης, σύμφωνα με τον Αλεξίου. Σύνολο για την παρούσα έκδοση 566 στίχοι και για το χειρόγραφο της Βιέννης 515.

Ως συγγραφέας του έργου φέρεται ο ευγενής Bragadino με το εξελληνισμένο όνομα Μπεργαδής, από μεγάλη οικογένεια ευγενών της Βενετίας στο Ρέθυμνο της Κρήτης, με υποστατικά τα οποία χάθηκαν μετά την οθωμανική κατάληψη. Ωστόσο, οι μελετητές δεν συμφωνούν ούτε για το Ρέθυμνο ούτε για το έτος γέννησης του έργου, προβαίνοντας σε συγκρίσεις με άλλα έργα και λαμβάνοντας υπ’ όψιν αφενός το γλωσσικό ιδίωμα, αφετέρου ιστορικές πληροφορίες σχετιζόμενες με την αρπακτικότητα των «φράρων», ήτοι των Φραγκισκανών μοναχών. Ο κατάλογος των μελετητών και οι πληροφορίες γύρω από την οικογένεια των Nobili, των Ευγενών, και την παρουσία τους στα συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι ένα κοπιώδες ερευνητικό κατόρθωμα της ερευνήτριας, καθώς και όλο το πόνημα.

Του Απόκοπου τυπωμένου στη Βενετία το 1509 υπάρχει μόνο ένα αντίτυπο. Υπάρχουν άλλες επτά εκδόσεις μέχρι το 1721 και πολλές λαϊκές εκδόσεις. Ο Émile Legrand δημοσιεύει τη δική του το 1870, καθώς επίσης και το τέλος του χειρογράφου που προαναφέραμε, όπου φαίνεται η διαφοροποίηση από την έκδοση της Βενετίας.

Στο ποίημα τώρα. Στο πρώτο μέρος και στην πρώτη φάση του ονείρου, ο αφηγητής μπαίνει στο κυνήγι μιας ελαφίνας, το οποίο καταλήγει εν τέλει να είναι ένα συμβολικό «κυνήγι έρωτα και κάτω κόσμου». Με άλλα λόγια, έχουμε ένα «θανάσιμο παιχνίδι» που «εξελίσσεται σε ένα ποιητικό όραμα του θανάτου της καρδιάς και των αισθημάτων» ή ένα «διδακτικό» κυνήγι που συμβολίζει «το έσχατο όριο της γνώσης», παρά τις όποιες διαφωνίες.

Μίαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην […]
Κ’ εφάνη με οκ’ εδίωχνα με θράσος ελαφίνα

Η «ελαφίνα», ωστόσο, ενδέχεται να συμβολίζει την αρετή. Στη συνέχεια, ο αφηγητής θαυμάζει τις ομορφιές του επίγειου κόσμου:

Ο τόπος όπου επέζευσα, λέγω εκεί που εστάθην
Ήτον του λιβαδιού ομφαλός κ’ ήτον γεμάτος τ’ άνθη

Μετά ανεβαίνει σε ένα δέντρο, όπου τρώει μέλι χωρίς να χορταίνει, κι έπειτα το δέντρο πέφτει και ο ίδιος μπαίνει στο στόμα δράκου, από όπου «σύψυχος και συζώντανος» θα κατεβεί στον άλλο κόσμο. Εκεί τον τριγυρίζουν οι νεκροί και τον παρακαλούν:

Τον κόσμον τον εδιάβαινες, τες χώρες τες επέρνας
Οι ζωντανοί οπού χαίρονται, αν μας θυμούντ’ ειπέ μας…

Μετά τα πολλά που ζητούν να μάθουν, κλαίνε και στενάζουν:

«Σκόρπισε, χώμα άλαλον! Άνοιξε, γης» εκράζαν·
«Κ’ οι πόρτες του Άδου ας χαλαστούν, να πέσουν οι κατήνες,
Να έμπη το δρόσος τ’ ουρανού, να μπουν τ’ ήλιου ακτίνες…»

Σχετικά με τις πηγές του Μπεργαδή, υποστηρίζεται ότι είχε υπ’ όψιν του τα κεφάλαια 2 και 3 από τη «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης, τα Βοιωτικά του Παυσανία και το βυζαντινό μυθιστόρημα Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Όσον αφορά το κυνήγι της ελαφίνας, αυτό σχετίζεται με την αγιογραφία, σε γερμανικούς λαούς και θρύλους, μύθους της Ιβηρικής χερσονήσου και της κελτικής μυθολογίας. Γενικά το κυνήγι της ελαφίνας συμβολίζει τον κάτω κόσμο. Το μέλι συμβολίζει τις ηδονές της ζωής. Παράδειγμα μας δίνει ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος στην Κύπρο (12ος αιώνας), που γέμιζε βαζάκια με μέλι αλλά αρνιόταν να το γευθεί, γιατί μετά θα ήθελε να γευθεί και τη γυναίκα του, και αυτό θα ήταν η καταδίκη της ψυχής του. Εν ολίγοις, το μέλι συμβολίζει την ερωτική απόλαυση. Το δέντρο πάνω στο οποίο ανέβηκε ο αφηγητής είναι το δέντρο του καλού και του κακού της Κόλασης. Το στόμα του δράκου είναι η είσοδος στην Κόλαση. Ακόμα, επισημαίνονται αναλογίες με θρησκευτικές εικόνες, την Κόλαση του Δάντη και τα σονέτα του Πετράρχη. Υπάρχει, ωστόσο, μία διαφορά με τις καταβάσεις των ηρώων στα έργα που προαναφέρθηκαν (έπεσαν σε ύπνο) σε σχέση με την κατάβαση του Βιργιλίου, Δάντη, Οδυσσέα, οι οποίοι κατέβηκαν με την άδεια του θεού.

Για κάθε λέξη και φράση η συγγραφέας φροντίζει να δώσει τα λογοτεχνικά ανάλογα, να προβεί σε ερμηνευτικούς σχολιασμούς, να επικαλεστεί πολλούς επιφανείς μελετητές, πράγμα που αποδεικνύει την πυκνή ύφανση του κειμένου. Η εμπεριστατωμένη μελέτη της συνιστά για τον αναγνώστη δυνατό διανοητικό κέντρισμα και ένα ταξίδι ανάλογο με του Απόκοπου, όχι όμως στην Κόλαση και στους νεκρούς, αλλά στον παράδεισο της λογοτεχνικής μας παραγωγής, στης οποίας τα λαβυρινθώδη μονοπάτια διακρίνεται και ο Απόκοπος. Ας θυμίσουμε ότι το πιο σπαρακτικό απόσπασμα αυτού του αριστουργήματος υπάρχει στο σχολικό εγχειρίδιο και διδάσκεται στην Α’ Λυκείου.

Για την πολύτιμη αυτή εξονυχιστική εργασία οφείλουμε να συγχαρούμε τη Σωτηρία Μάττα, καθώς και την εκδοτική εταιρεία University Studio Press για την τόσο επιμελημένη έκδοση.

Πηγή: diastixo.gr

Διαβάζοντας το νέο πόνημα του φίλου και συνεργάτη Κωνσταντίνου Μπούρα, δυσκολεύτηκα αρχικά να το κατατάξω σε ένα συγκεκριμένο είδος. Όχι τυχαία, λοιπόν, ανακάλεσα μια θεατρική παράσταση, την οποία είχα δει τον Μάιο του 2014 και η οποία με είχε εντυπωσιάσει λόγω της διαφορετικότητάς της.

Την άνοιξη λοιπόν του 2014, ο διακεκριμένος Ολλανδός εικαστικός και σκηνοθέτης Ντρις Φερχόφεν έστησε στους δρόμους της Αθήνας μια περιπατητική performance υπό τον τίτλο No Man’s Land. Σε διαφορετικές ημερομηνίες, είκοσι θεατές ανά φορά συναντούν στον σταθμό Μοναστηράκι είκοσι οικονομικούς μετανάστες και πολιτικούς πρόσφυγες. Κάθε θεατής, έχοντας ένα iPod που του έδινε ηχητικές πληροφορίες, ακολουθεί τον «δικό του» μετανάστη-οδηγό σε έναν αποκαλυπτικό περίπατο. Από τα ακουστικά του iPod, ο θεατής άκουγε τη βιογραφία-ταξίδι του μετανάστη οδηγού-ξεναγού του. Θεατής και οδηγός-ξεναγός αποκτούν έτσι μια ιδιότυπη σχέση γειτνίασης, καθώς ο πρώτος εμπιστεύεται τον δεύτερο σε μια περιήγηση στην αθέατη πλευρά της πόλης των Αθηνών. Η συνθήκη ήταν επείγουσα. Έπρεπε να δοθεί απάντηση όχι μόνον συγκινητική και ποιητική, αλλά κυρίως εννοιολογική, στο τι μπορούσε και τι μπορεί προφανώς να σημαίνει διαπολιτισμικό περιβάλλον.

Επί του προκειμένου, τη θέση του iPod πήραν οι εκτυπωμένες σελίδες του βιβλίου. Στη θέση των θεατών βρισκόμαστε όλοι εμείς ως αναγνώστες. Στα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου υπάρχουν διάχυτα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ίσως γι αυτό, εγώ τουλάχιστον, σκέφτηκα ότι το βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος αφηγηματικού ημερολογίου, στο οποίο με περιεκτικό τρόπο ο Κωνσταντίνος Μπούρας παραθέτει τις σκέψεις του πάνω σε διαφορετικά θέματα, με τα οποία κατά διαστήματα έχει ασχοληθεί, τόσο στο πρόσφατο όσο και στο μακρινό παρελθόν.

Ο αποκαλυπτικός περίπατος της θεατρικής περιπατητικής παράστασης αντικαθίσταται με τον περίτεχνο συνδυασμό, από την πλευρά του συγγραφέα, προσέγγισης διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων. Ποικίλοι οι άξονες της ενασχόλησής του: η αριθμολογία, η μυθολογία, η γεωλογική ιστορία, η γλωσσολογία. Η «μεταφυσική» δε αντιμετώπιση της ανθρώπινης ύπαρξης έχει περίοπτη θέση. Από θρησκειολογική άποψη καταγράφεται μια ανεκτικότητα πασιφιστικού τύπου. Υπάρχει μια καθαρή κοσμοαντίληψη, στον αντίποδα του αγνωστικισμού, που δεν διατυπώνεται όμως ποτέ και πουθενά πλήρως.

Οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι, οι ασθένειες, αποδυναμώνουν τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης. Η πρόσφατη πανδημία αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την αίσθηση της ελάχιστης ασφάλειας που πρέπει να έχει κάθε έλλογο ον. Έχω την αίσθηση ότι ο Μπούρας έγραψε αυτό το βιβλίο ως παυσίλυπο για χαλεπούς καιρούς, όπως το διάστημα του lockdown το οποίο διανύσαμε, το μεταβατικό στάδιο το οποίο διανύουμε και το αβέβαιο μετέπειτα διάστημα που μας περιμένει. Το πόνημά του αυτό προφανώς δεν τροφοδοτεί τις ψευδαισθήσεις μας, δεν προσφέρει φρούδες ελπίδες: δεν «χαρίζει κάστανα». Ο λόγος του είναι κάθετος, μαθηματικός. Διακριτά τα νοήματά του, προσεκτικά επιλεγμένες οι λέξεις του.

Λέξεις και νοήματα που με παραπέμπουν στους στίχους ποιήματος της Ιταλίδας δημιουργού Mariangela Gualtieri, το οποίο γράφτηκε τις πρώτες ημέρες του lockdown στην Ιταλία με τίτλο «Εννέα Μαρτίου Δυο Χιλιάδες Είκοσι», στο οποίο μεταξύ άλλων γράφει:

[…] υπάρχουν θησαυροί, νομίζω, σ’ αυτούς τους παράξενους καιρούς.
Ίσως υπάρχουν δώρα.
Ψήγματα χρυσού για μας. Αν βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.
Υπάρχει ένα πανίσχυρο κάλεσμα
του είδους τώρα, και ως είδος τώρα ο καθένας μας ας σκεφτεί
τον εαυτό του. Μια κοινή μοίρα
μας κρατάει εδώ. Το γνωρίζαμε. Αλλά όχι πολύ καλά.
Ή όλοι μαζί, ή κανείς.
[…]
Με αυτό το σφίξιμο
της μίας παλάμης με την παλάμη του άλλου,
με αυτή την απλή πράξη που μας είναι απαγορευμένη τώρα –
εμείς θα επανέλθουμε με αντίληψη διευρυμένη.
Θα είμαστε εδώ πιο συνειδητά.
Πιο ευαίσθητο το χέρι μας θα είναι μέσα στο γίγνεσθαι της ζωής
με περισσότερη ευαισθησία.
Τώρα γνωρίζουμε πόσο δυσάρεστο είναι
να βρισκόμαστε σε απόσταση ενός μέτρου.

Οι συνθήκες και πάλι επείγουν. Πρέπει να δοθεί απάντηση όχι μόνον συγκινητική και ποιητική, αλλά κυρίως νοηματική, στο πώς βιώνουμε την καθημερινότητά μας αλλά και τα πολιτιστικά τεκταινόμενα στη μετά την πανδημία περίοδο. Γράφει ο Μπούρας στο κεφάλαιο χι (Χ) της Ατλαντίδος του:

Ας τετραγωνίσουμε τον θεμέλιο λίθο της ύπαρξής μας.
Ας ορθογωνίσουμε την απόσταση μεταξύ καρδιάς και μυαλού.
Το μεγαλύτερο διάνυσμα στην Φύση.

Όπως και στο βιβλίο του, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε ως αποτέλεσμα του ποιητικού και φιλοσοφικού διαλόγου του με τον Βαγγέλη Χρόνη, έτσι και στην Ατλαντίδα, σε ιδεολογικό επίπεδο τα πράγματα είναι σαφή. Η ευτυχία είναι αναφαίρετο κληρονομικό δικαίωμα του ανθρώπου.

Ύπατο αγαθό, η ελευθερία συνείδησης και η ευπραξία.

Η μεταφρασιμότητά του, η κυκλοφορία του σε άλλες γλώσσες, η διοργάνωση πολιτιστικών δράσεων που θα το εμπεριέχουν ή θα το χρησιμοποιούν ως αφετηρία, θα καταδείξουν την αντοχή του πονήματος αυτού στον χρόνο.

Πρόκειται για ένα «ανοικτό» κείμενο, το οποίο προσφέρεται για πολλές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Θα μπορούσε να διαβαστεί ακόμη και ως δραματικός μονόλογος, όπως έγινε και με προγενέστερο έργο του Κωνσταντίνου Μπούρα, τον Θάνατο του Ευριπίδη, το οποίο εκδόθηκε πριν από δυο δεκαετίες από τις Εκδόσεις Δωδώνη και ανέβηκε στη Χίο, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάριου, από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου. Αναμένω με αγωνία να αντιμετωπίσω την πολυποίκιλη και πολύπλευρη πρόκληση και με τις δύο μου ιδιότητες: τόσο της μεταφράστριας, όσο και της διοργανώτριας πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Πηγή: diastixo.gr

Σε μια περιοχή με άφθονες βροχοπτώσεις και δάση με πλούσια πανίδα, δίπλα σε μια θάλασσα γεμάτη οργανικές ουσίες καθώς εκεί εκβάλλουν μερικοί από τους μεγαλύτερους ποταμούς της Ευρώπης, οι Έλληνες του Πόντου δημιούργησαν έναν ξεχωριστό πολιτισμό, που περιλάμβανε μια διατροφή ιδιαίτερη, βασισμένη στις πρώτες ύλες που μπορούσαν ν’ ανακαλύψουν γύρω τους. Η περιοχή μπορούσε να συντηρήσει ικανό πληθυσμό λόγω των σημαντικών και ανανεούμενων πηγών διατροφής, υπήρχαν εκεί άφθονα κεράσια και σταφύλια, δάση γεμάτα μανιτάρια και χόρτα εδώδιμα, λεπτοκάρυα (φουντούκια) – μόνο η περιοχή της Κερασούντος παρήγε 50-60 χιλιάδες τόνους ετησίως, εξάγοντας την ψίχα του καρπού στα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης. Η περιοχή επίσης προσφερόταν για ψάρεμα σε νερά γεμάτα πλαγκτόν και οργανικές ουσίες που έτρεφαν ποικιλία ψαριών, αυτό άλλωστε αποδίδει η αρχαία έκφραση «ιχθύν εις Ελλήσποντον», όπως και η μεσαιωνική «Πόντος αγαθών» (λεξικό Σουίδα, 10ος αι. μ.Χ.), που αναφέρονταν στην υπερεπάρκεια φυσικών πόρων.

Επιπλέον, ο τόπος αποτελούσε σταυροδρόμι πολιτισμών, σε λιμάνια όπως η Κερασούντα και η Τραπεζούντα έφταναν τα καραβάνια από μέρη τόσο μακρινά όσο η Ινδία και η Κίνα, μεταφέροντας εμπορεύματα εξωτικά για τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης, έτσι οι Έλληνες του Πόντου μπόρεσαν να αφομοιώσουν επιρροές κάθε λογής, που μπορεί να τις ανιχνεύσει κανείς στη γλώσσα, στην αρχιτεκτονική και κυρίως στην κουζίνα τους. Αυτή η τελευταία είναι ένα αντικείμενο που μελετά για πολλά χρόνια ο ερευνητής και καθηγητής του Α.Π.Θ. Θωμάς Σαββίδης, για να μας παραδώσει ένα ακόμα όμορφο βιβλίο, συμβάλλοντας στην αναζήτηση της διατροφικής ταυτότητας των Ποντίων και καταθέτοντας την άποψή του σε μια παγκόσμια συζήτηση γύρω από τις αρχές της υγιεινής διατροφής και της μακροζωίας.

Έχοντας θητεύσει στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, ο Θωμάς Σαββίδης είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει πολλές φορές στην περιοχή του Πόντου παρατηρώντας επιτόπου τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος, ενώ στη συνέχεια μελέτησε συγγράμματα λογίων προσφύγων, αλλά και μαρτυρίες απλών ανθρώπων, που κουβαλούσαν στη μνήμη τους όλον εκείνο τον χαμένο πλούτο της πατρίδας τους. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στην απλή καταγραφή συνταγών και εδεσμάτων, αλλά εξηγεί τον ρόλο των διάφορων τροφών στην εξέλιξη του πολιτισμού, όπως και τη σημασία τους στην ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων, καθώς και τη φιλοσοφία που κρύβουν οι διατροφικές συνήθειες. Στο βιβλίο παρατίθενται λαογραφικά στοιχεία που συνδέονται με τη διατροφή και δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που επιβίωσε για αιώνες χάρη στην εργατικότητα και τη δημιουργικότητα των ατόμων που την αποτελούσαν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές παροιμίες και άλλες εκφράσεις· για παράδειγμα, καθώς οι φυσικές ιδιότητες των τροφίμων αντιπροσωπεύουν συναισθήματα, η ζάχαρη εκφράζει την πραότητα και την ευγένεια: «έκοψα τον λόγο σ’ με την ζάχαρην» (συγγνώμη που σας διακόπτω), ο οξύθυμος ή ο ευέξαπτος παρομοιάζονται με το ξίδι, «άμον αψύν οξίδ’» (σαν δυνατό ξίδι), ενώ για όσους ζούσαν μέσα στην ευμάρεια έλεγαν: «το έναν το χέρ’ σο βούτορον και το άλλον σο μέλ’» (το ένα χέρι στο βούτυρο και το άλλο στο μέλι).

Η μελέτη της ποντιακής διατροφής είναι ένα ταξίδι στον χρόνο, μέσα από λέξεις που έμειναν σχεδόν αναλλοίωτες από την ομηρική εποχή, για παράδειγμα η λέξη λίστρεμαν (πρώτο σκάλισμα του εδάφους με τη σκαπάνη) συναντάται στη Οδύσσεια: «τον δ’ οίον πατέρ’ εύρεν ευκτιμένη εν αλωή λιστρεύοντα φυτόν» (τον πατέρα μονάχο εύρε στον καλόφτιαχτο κήπο να σκαλίζει φυτό), ή η λέξη δαπάνα: «α’ σην γειτονίαν σύντροφον κι α’ σο σπίτ’ δαπάναν» (από τη γειτονιά σου σύντροφο και από το σπίτι σου φαγητό), που αναφέρεται στο σπιτικό φαγητό, διατηρήθηκε στον Πόντο με την ομηρική της σημασία και προέρχεται από το ρήμα δάπτω = καταβροχθίζω, για να ταυτιστεί στην πορεία του χρόνου με το κόστος, καθώς η διατροφική δαπάνη ήταν πάντα το βασικό έξοδο των ανθρώπων. Μυθολογικά, λ.χ. στις ιστορίες των Αργοναυτών και της οργανωμένης αποστολής του Ιάσονα, ο Πόντος ήταν γνωστός σαν ένας εξωτικός τόπος, αφιλόξενος, όπου ο Δίας έστειλε εξορία τον Προμηθέα κι ο Οδυσσέας βρέθηκε θαλασσοδαρμένος στη διάρκεια των περιπλανήσεών του…

Για είκοσι εφτά αιώνες ο Εύξεινος Πόντος αποτέλεσε έναν ιδανικό τόπο, όπου έζησαν και δημιούργησαν οι Έλληνες. Ο Θωμάς Σαββίδης, τιμώντας την ιερή μνήμη των προγόνων του, δημιούργησε με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων και μας παραδίδει ένα καλαίσθητο βιβλίο, προϊόν πολύχρονης εργασίας, μελέτης και αγάπης για τις χαμένες πατρίδες, που δεν μπορούν ποτέ να ξεχαστούν.

Πηγή: diastixo.gr

Η Παραπλάνηση είναι η νέα περιπέτεια της αστυνόμου Τρύπη, βασικής πρωταγωνίστριας στα βιβλία του συγγραφέα, και της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής. Στόχος τους αυτή τη φορά είναι η εύρεση ενός ξεχωριστού κατά συρροήν δολοφόνου, ο οποίος έχει πρόσωπο βαμμένο άσπρο με μαύρες πινελιές γύρω από το στόμα και τα μάτια και μια κόκκινη γραμμή από το αριστερό μάτι μέχρι δεξιά στα χείλη, ενώ αφαιρεί και παίρνει ως τρόπαιο την καρδιά από τα θύματά του.

Η υπόθεση χωρίζεται σε δύο παράλληλες ιστορίες, αυτή της αστυνόμου Τρύπη και των νέων δολοφονιών, η οποία εξελίσσεται στο παρόν, και αυτή του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Ιωάννη Πατρίκιου, η οποία εξελίσσεται λίγο καιρό πριν – καθώς η καριέρα του βρίσκεται σε πτώση, ο Πατρίκιος προσπαθεί να επανέλθει στο προσκήνιο, έχοντας ιδιαίτερη εμμονή με τους serial killers και τις αληθινές ιστορίες τους. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αστυνόμος και τα πρόσωπα των ερευνών, από την άλλη ο συγγραφέας με τις δύο γυναίκες που προσπαθούν να τον βοηθήσουν στη συγγραφή του νέου του βιβλίου, μέχρι οι ιστορίες να φτάσουν στο κοινό σημείο τομής και να πορευτούν μαζί μέχρι τέλους.

Οι εναλλαγές κυριαρχούν στο έργο, τόσο οι χρονικές μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, όσο και στην αφήγηση, όπου ο συγγραφέας εναλλάσσει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση μεταξύ των πρωταγωνιστών, λόγου χάρη μεταξύ του Πατρίκιου και της ψυχολόγου Βάλενταλ. Έτσι, καταφέρνει ν’ αποδώσει τις διαφορετικές οπτικές των πρωταγωνιστών και ταυτόχρονα φανερώνει τον διαφορετικό τρόπο που αντιλαμβάνεται ο καθένας τα ίδια γεγονότα, με αποτέλεσμα να παραπλανεί τον αναγνώστη ως προς την ανακάλυψη της αλήθειας.

Οι πράξεις των δολοφονιών παρεμβάλλονται στην αφήγηση με ξεχωριστά μικρά κεφάλαια και διαφορετικό τίτλο το καθένα, δίνοντας την εντύπωση ότι κάποιος, μια «σκιά», είναι ο κρυφός παρατηρητής και γνώστης των προσώπων, δράστη/θυμάτων, και της καθολικής αλήθειας των γεγονότων προσθέτοντας μια αίσθηση υπερφυσικής παρουσίας και μυστηρίου.

Από το μυθιστόρημα δεν λείπουν τα κοινωνικά σχόλια της Αθήνας των προηγούμενων ετών –η ιστορία εξελίσσεται τις χρονιές 2016-17– μέσα από τις παρατηρήσεις και τους εσωτερικούς μονολόγους των χαρακτήρων, μέσ’ από την παρατήρηση προσώπων και καταστάσεων στους δρόμους της πρωτεύουσας όπου κινούνται, στα μπαρ με τους ανθρώπους της νύχτας και στα μπαλκόνια, απ’ όπου καταγράφουν τον παλμό και την εικόνα της πόλης.

Ένα ακόμα στοιχείο της γραφής του Γρηγόρη Αζαριάδη είναι η αυτοαναφορικότητα που εμφανίζεται με πολλαπλούς τρόπους μέσα στο έργο του, είτε μέσω των αναφορών σε υποθέσεις των προηγούμενων βιβλίων του, είτε παραφράζοντας τους τίτλους των βιβλίων του, παρουσιάζοντάς τα ως τα προηγούμενα έργα του συγγραφέα Ιωάννη Πατρίκιου, αλλά και η ιστορία γενικότερα αποτελεί μια αυτοαναφορά στη διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου και σε ό,τι μπορεί αυτή να περιλαμβάνει.

Το τέλος δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο Παραπλάνηση, που ακολουθεί πιστά τον αναγνώστη καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, και ο συγγραφέας επιλέγει να το αφήσει ανοιχτό και μετέωρο με τη φράση «η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη», αλλά και με μία νότα χιούμορ στο κλείσιμο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ κλασικού νουάρ, αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ. Παίζει με το μυαλό των πρωταγωνιστών αλλά και του αναγνώστη, με βάθος έρευνας στους τρόπους λειτουργίας της αστυνομίας, της ψυχολογίας, της ιατροδικαστικής, της δικηγορίας, αλλά και με τον ρεαλιστικό τρόπο με τον οποίο κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες.

Πηγή: diastixo.gr

Είναι άραγε η Ερωτική αγωγή ένα βιβλίο μόνο για άντρες; Σε μια πρώτη εντύπωση, μοιάζει η ιστορία του Χρήστου Βαλλή και του γιου του, Άρη, που καλύπτει όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, να αφορά την ανδρική οπτική απέναντι στον έρωτα ως ένστικτο αρχικά, ως συνειδητή πράξη κατόπιν, ως αγωγή που περνάει από γενιά σε γενιά. Πόσο εφικτός, ωστόσο, είναι ο διαχωρισμός του ερωτικού τοπίου και πόσο διαφορετική είναι η πρόσληψή του από τα δύο φύλα; Μέσα από στερεοτυπικές αντιλήψεις που καθορίζουν δεσμευτικά τις συμπεριφορές και τα ιδεολογικά πλαίσια που με τη σειρά τους τις υποστηρίζουν (εμφανής η διαλεκτική σχέση), χτίζεται η διαπαιδαγώγηση και εξασφαλίζεται η διαιώνιση των κοινωνικών σχημάτων, που αφορά και τα δύο φύλα αδιακρίτως, με συγκλίνουσες και αποκλίνουσες διαδρομές, σε κάθε περίπτωση αλληλοσυμπληρούμενες. Ο έρωτας, άρρηκτα δεμένος με τις κοινωνικές ανακατατάξεις, αποτελεί τον καθρέφτη στον οποίο διαφαίνεται η απογείωση και η προσεδάφιση, η υπέρβαση ή η συγκαταβατική αποδοχή των ορίων. Η ερωτική πράξη δημιουργεί απελευθερωμένα άτομα δίνοντας την ώθηση που απαιτείται για την ποθητή αποδέσμευση. Η προβληματική αποδοχή, από την άλλη, του ερωτικού ενστίκτου και η αποσιώπησή του υποτάσσει ακόμη πιο ταπεινωτικά στις έξωθεν δεσμεύσεις. Όσο για τον 20ό αιώνα, που αποτελεί τον καμβά της ιστορίας, αυτός κι αν έχει να δείξει ανατάσεις και καταβυθίσεις, επαναστάσεις και οικτρές διαψεύσεις.

Η Ερωτική αγωγή πρωτοεκδόθηκε το 2003. Ο Μάνος Κοντολέων θέλησε τότε να κάνει την ανασκόπηση του προηγούμενου αιώνα, εκεί στο κατώφλι του καινούργιου. Και εστίασε στο ερωτικό τοπίο, προκειμένου μέσα από το διάφανο γυαλί των ερωτικών συμπεριφορών να αναδειχθεί η πολυμορφία και η ιδιαιτερότητα μιας εποχής που έθρεψε τις προσδοκίες για να αποδεχτεί κατόπιν την αποτυχία του ονείρου. Αν θέλουμε να μείνουμε μόνο στα ελληνικά δεδομένα, διαβάζοντας το βιβλίο έρχεται στον νου ο ερωτικός Καραγάτσης, στον Γιούγκερμαν (πρωτοεκδόθηκε το 1938) αλλά και ο Μεγάλος Ανατολικός του Εμπειρίκου, γραμμένος στο διάστημα 1945-1951, που είδε το φως της έκδοσης πολύ αργότερα. Γραμμένα και τα δύο αυτά έργα μέσα στην εποχή στην οποία τοποθετούν τις ιστορίες τους, αποτελούν κατεξοχήν αποτυπώσεις του ερωτικού στοιχείου ως βασικού δείκτη κοινωνικής τοποθέτησης. Γι’ αυτό αρκούνται στη μυθοπλασία και αφήνουν την πλοκή και τη διατύπωση των συναισθημάτων των ηρώων τους να δώσουν το στίγμα των καιρών. Ο Κοντολέων, γράφοντας με την ολοκλήρωση του αιώνα για όσα έχουν προηγηθεί, δεν μπορεί να αρκεστεί μόνον στην πλοκή, γιατί στόχος του δεν είναι άλλη μια ευφάνταστη ιστορία ερωτικού περιεχομένου, αλλά μια δοκιμιακή προσέγγιση του έρωτα με την κάλυψη της μυθοπλασίας. Γι’ αυτό νιώθει την ανάγκη από τη θέση του παντογνώστη αφηγητή με τη μηδενική εστίαση να παρέμβει κάθε φορά που η ιστορία του χρειάζεται επεξηγήσεις, κάθε φορά που αισθάνεται ότι πρέπει, ξεφεύγοντας από το αφηγηματικό πλαίσιο, να δώσει το χρονικό στίγμα της δικής του εποχής και να θεωρήσει εν συνόλω την ερωτική αγωγή των παλαιότερων χρόνων με την επιρροή που άσκησε στις μετέπειτα γενιές. Μια προκλητική μείξη των δύο ειδών – αν φυσικά ενδιαφέρει εδώ η καταχώριση της λογοτεχνικής γραφής σε κατηγορίες. Προκλητική και η γραφή του οπωσδήποτε. Πώς αλλιώς, όμως, να μιλήσεις για την αίσθηση του έρωτα –εδώ με την πιο σωματική του διάσταση–, αν θέλεις να αποδώσεις τον τρόπο που καταλαμβάνει όλο το είναι σου χωρίς να επιτρέπει ικανό χώρο για συναισθηματικές αναλύσεις και ρομαντικές ερμηνείες; Ο έρωτας, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Κοντολέων, είναι γήινος, όλος σάρκα και αίμα, γι’ αυτό έξοχος στην πληρότητά του. Νομίζω ότι η επιλογή της γλώσσας και φυσικά το ύφος της γραφής προσδίδουν στην ιστορία του βιβλίου τη ρεαλιστική αληθοφάνεια, τόσο απαραίτητη για να λειτουργήσει η όποια μυθοπλασία. Αν η βασική ιδέα καλυπτόταν πίσω από αυτοπεριορισμούς χάριν μιας επίπλαστης και υποκριτικής κοσμιότητας, θα είχαμε ένα τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα, άνευρο και ανούσιο εν τέλει. Η καλή γραφή λειτουργεί και με τη θεματική της αλλά και με τα πολύτιμα μορφολογικά χαρακτηριστικά της, που αποδεικνύονται καθοριστικά για την ποιοτική της αποτίμηση.

Η ίδια η ιστορία, που καλύπτει δύο γενιές ερωτικής μύησης και διαπαιδαγώγησης, είναι από μόνη της ικανή να δώσει την ταυτότητα των χρόνων που αποτελούν το αφηγηματικό της φόντο. Ταυτόχρονα αποδίδει την ψυχοσύνθεση του άρρενος, στον τρόπο που εκλαμβάνει τον κόσμο ως θεωρητικό «ζωτικό του χώρο» τοποθετώντας το θήλυ σε θέση υποδεέστερη κοινωνικά, απογειώνοντάς το σε αντικείμενο του πόθου του, ένα απαραίτητο «συμπλήρωμα» της κοινωνικής του καταξίωσης και (κυρίως εδώ) της ερωτικής του επιβεβαίωσης. Παρακολουθούμε τον πατέρα, τον Χρήστο Βαλλή, στην κοινωνική του ανέλιξη από το ορεινό χωριό της Ηπείρου και τα ύποπτα σπίτια του έρωτα στα Γιάννενα του 1930, στα σαλόνια της Αθήνας του μεσοπολέμου, στην Κυψέλη της αστικής διαμόρφωσης. Σπουδές που του ανοίγουν τον ορίζοντα για μια αξιοπρεπή επαγγελματική αποκατάσταση, επιτρέποντάς του παράλληλα να κατακτήσει τον άλλο τρόπο ζωής που ονειρεύεται, μέσα από έναν πλούσιο γάμο. Η γραφή, εξυπηρετώντας την αρχική ιδέα, εστιάζει στην ερωτική ορμή του Βαλλή, την εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας που του παρέχεται από τον νέο τρόπο διαβίωσης, προκειμένου να διαμορφώσει τη συνειδητή ερωτική ταυτότητα· μια επιβεβαίωση του ανδρισμού του, μια επαλήθευση της παντοδυναμίας του αρσενικού. Χρέος του, ωστόσο, είναι να μυήσει στην ερωτική διαδρομή τη «συνέχειά» του, τον γιο του, ώστε να μη χαθεί ό,τι με κόπο πολύ έχει κερδηθεί από τον ίδιο. Ο Άρης, βέβαια, ανήκει στην επόμενη γενιά. Αν δεχτούμε ότι οι εποχές επηρεάζουν δραστικά τον τρόπο που προσλαμβάνεται ο κόσμος από τη συνείδηση, τότε έχει (παράλληλα με τις γονιδιακές καταβολές και την αναπόφευκτη αρχικά πατρική εικόνα προς μίμηση) και μια δική του οπτική. Πώς θα δεχτεί την –αδιανόητη για την ηλικία του– γνώση ότι ο πατέρας του έχει ερωτική ζωή; Πώς θα συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η ερωτική του ζωή αφορά την αδελφή της πρόωρα χαμένης μητέρας του; Πόσο περισσότερο, αν η θεία του είναι στην πραγματικότητα η γυναίκα που τον μεγάλωσε; Θα διεκδικήσει και αυτός μια πρόωρα ώριμη ερωτική συμπεριφορά ακολουθώντας τις υποδείξεις του πατέρα. Η Φρόσω, πρώην οικιακή βοηθός αλλά και ερωμένη του Χρήστου Βαλλή, τώρα πλέον μυημένη στον έρωτα επί πληρωμή, θα αναλάβει την ερωτική διαπαιδαγώγηση του γιου στην πράξη. Η διαδοχή ετοιμάζεται. Ο πατέρας θα φροντίσει και για την οικονομική αποκατάσταση του γιου, καθιστώντας τον ιδιοκτήτη οίκων ανοχής – καθόλου δεν ξαφνιάζει φυσικά η επιλογή μιας τέτοιας επένδυσης. Όταν οι Βαλλήδες εποπτεύουν το τοπίο με αυτές τις ιδιοκτησίες τους, έρχεται στον νου η εικόνα του Γιούγκερμαν, του ήρωα του Καραγάτση, όταν αντικρίζει από ψηλά την πόλη που φιλοδοξεί να κατακτήσει. Η διάθεση κοινή, όλα θα παραμερίσουν μπροστά στην ανδρική ισχύ· το σημαινόμενο ίδιο κι ας διαφέρει το σημαίνον.

Επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα αυτού του σημειώματος: Είναι άραγε η Ερωτική αγωγή ένα βιβλίο μόνο για άντρες; Θεωρώ ότι η θεματική εστίαση αφορά, όπως αποδεικνύεται, την ανδρική οπτική, επιμένοντας στην πολυγαμική φύση του άρρενος, όπως εύσχημα μέσα στους αιώνες «καταξιώθηκε» κοινωνικά αλλά και ιδεολογικά. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να υποστηρίξει με σοβαρότητα την πραγματική ισχύ ενός τέτοιου ιδεολογήματος. Η ανθρώπινη φύση είναι πολυγαμική, και αυτό αφορά τα δύο φύλα, όσο αυτά έχουν το σθένος να αποσείσουν τις κοινωνικά ισχύουσες στερεοτυπικές αντιλήψεις. Θα είχε ενδιαφέρον, επομένως, να δούμε μια ιστορία γραμμένη από την αντίπερα όχθη, το άλλο μισό της εικόνας, γεγονός που θα αποδείκνυε ότι η θεωρία της ανδρικής ισχύος είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα (παντοδύναμο βέβαια) στηριγμένο εν πολλοίς στη ερωτική συμπεριφορά. Ο Μάνος Κοντολέων στη δική του ιστορία, κάθε φορά που παραμερίζει την ανδρική φιγούρα για να εισχωρήσουν οι γυναικείες, δεν επιτρέπει ανάλογες με την παραπάνω θεωρήσεις. Η γυναικεία παρουσία στο βιβλίο του είναι πάντοτε παρακολούθημα του άντρα, συχνά εξάρτημα της εικόνας του, εργαλείο της ηδονής του· και όταν αποκτά την ανεξαρτησία της, αυτή πάντα συνδέεται με την παραχώρηση που επιτρέπει η δική του καταλυτική μορφή.

Το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ένα δικό σου δωμάτιο» θα ήταν ένα από τα ευαγγέλια του φεμινιστικού κινήματος, αλλά αν η Τζένη ήθελε τον δικό της χώρο δεν ήταν για να μπορεί εκεί μέσα να κρύψει τις όποιες άλλες προσωπικές της εκφράσεις, μα πολύ απλά και με πατροπαράδοτη αντιφεμινιστικότητα τα εξωσυζυγικά της ατοπήματα. (σ.240)

Επομένως, η Ερωτική αγωγή είναι αρχικά ένα βιβλίο που αφορά τους άντρες, τουλάχιστον (υποθετικά) ως προς τη συγγραφική πρόθεση. Ωστόσο, αποδεικνύεται ένα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για τη γυναικεία αναγνωστική πρόσληψη, καθώς επιβεβαιώνει όσα εκ της πείρας γνωρίζει η γυναίκα, αλλά και όσα υπονοεί ως ανδρική θεώρηση του κόσμου. Με άλλα λόγια, όσα σπάνια ομολογούν οι άνδρες στο άλλο φύλο, όσα απλώς αφήνουν να εκμαιευθούν από τα συμφραζόμενα των λέξεων και των συμπεριφορών. Συν τοις άλλοις, ένα απολαυστικό βιβλίο και ως πλοκή και κυρίως ως μορφή. Σωστή και η επιλογή για επανέκδοση, γιατί μπορεί να παρουσιάζει τη διαμόρφωση της ερωτικής ζωής του 20ού αιώνα, ωστόσο ο σχολιασμός του συγγραφέα αγγίζει τον σημερινό απόηχο, με ομοιότητες στα σημεία με το τωρινό τοπίο αλλά και με ουσιαστικές διαφορές. Ο ίδιος στο σημείωμά του στην τωρινή έκδοση επισημαίνει ίσως τη σημαντικότερη διαφοροποίηση:

[ο 20ός αιώνας] μια εποχή η οποία ξεκίνησε από τη θεοποίηση του Έρωτα και τελείωσε με την αντίστοιχη θεοποίηση του Ερωτισμού· που απαρνήθηκε τη γλώσσα των σωμάτων και μεταπήδησε σ’ εκείνη των ειδώλων· που η Όραση παραμέρισε τις άλλες αδελφές της – την Όσφρηση, την Ακοή, τη Γεύση, την Αφή… Κυρίως αυτή. (σ.523)

Ποιος θα διαφωνήσει ότι όσα γράφει εδώ ισχύουν σήμερα; Αλλά και ποιος σοβαρά θα υποστηρίξει ότι η ερωτική εικόνα, όπως περιγράφεται εδώ, αφορά μόνο τον ανδρικό πληθυσμό;

Πηγή: diastixo.gr

newzme.gr

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να μπορούμε να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώριση σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και η βοήθεια της ομάδας μας να κατανοήσει ποιες ενότητες του ιστότοπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.