«Ο “Κίτρινος φάκελος” του Μ. Καραγάτση: ο φιλελευθερισμός, τα πρόσωπα, τα προσωπεία» της Νένας Κοκκινάκη

«Ο “Κίτρινος φάκελος” του Μ. Καραγάτση: ο φιλελευθερισμός, τα πρόσωπα, τα προσωπεία» της Νένας Κοκκινάκη

Μ. Καραγάτσης (1908-1960): 60 χρόνια από τον θάνατό του

Ο Κίτρινος φάκελος του Μ. Καραγάτση, δίτομο μυθιστόρημα (340 και 146 σελίδων αντίστοιχα), εκδόθηκε το 1956 και θεωρήθηκε το αρτιότερο έργο του πολυγραφότατου συγγραφέα. Η λογοτεχνική κριτική της εποχής, «ανήσυχη και πολύπλευρη αισθητικά και ιδεολογικά»[1], αντιμετώπισε τον συγγραφέα ως μυθοπλάστη πληθωρικής φαντασίας, τολμηρό, ρεαλιστή, νατουραλιστή, με φανερό στις σελίδες του το διονυσιακό, όσο και το κοσμοπολίτικο στοιχείο. Από τους κριτικούς του έργου του Μ. Καραγάτση ελάχιστοι ασχολήθηκαν με τον φιλελευθερισμό του συγγραφέα και ακόμα λιγότεροι με τα κοινωνικά θέματα που προβάλλονται στο έργο του. Στον Κίτρινο φάκελο, ωστόσο, η κριτική αναγνώρισε στον Καραγάτση εκτός από τη νομική του κατάρτιση και τον κοινωνικό προβληματισμό, δίπλα στην καυστική του σάτιρα και τις «βιολογικές» τοποθετήσεις[2].

Ο συγγραφέας μπαίνει ο ίδιος στο μυθιστόρημα με το όνομά του ως χαρακτήρας, αλλά και ως εντολοδόχος της συγγραφής του. Την εντολή παίρνει από τον αποβιώσαντα φίλο του Μάνο Τασάκο. Είναι γραμμένη στο κάλυμμα του κίτρινου φακέλου που περιέχει στοιχεία για τη συγγραφή του μυθιστορήματος Θέσεις και αντιθέσεις, που ο Τασάκος σχεδίαζε να γράψει. Διευκρίνιζε μάλιστα σε σημείωση την επιθυμία του: «Να το γράψει ο Καραγάτσης». Ο φάκελος θα περιέλθει στα χέρια του συγγραφέα δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο συγγραφέας θα συναντήσει στο νεκροταφείο τη Μαρία Ρούση, χήρα του ιδιόρρυθμου νομπελίστα Κωστή Ρούση, στου οποίου το σαλόνι είχε καταφέρει να εισχωρήσει ο Τασάκος και με τον καιρό να εδραιωθεί και να κατευθύνει τα πρόσωπα όπου εκείνος ήθελε.

«Με τον Κίτρινο φάκελο ο αναγνώστης έχει σαφή την αίσθηση ότι ο Καραγάτσης αντιμετώπισε και αποπειράθηκε να υπερβεί το κρίσιμο δίλημμα κάθε συνειδητού μυθιστοριογράφου, να χρησιμοποιήσει το μυθιστόρημα ως μέσο μεταφοράς μιας ιστορίας και ενός νοήματος και να το μεταχειριστεί ως φορέα των θεωρητικών και κριτικών του απόψεων.»[3]

Η πρώτη εικόνα που αποκομίζει ο αναγνώστης του βιβλίου με την αυτοκτονία του δικηγόρου Μάνου Τασάκου, κεντρικού ήρωα του έργου, είναι πως πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα. Το σημείωμα στο γραφείο του με τις λέξεις: «Αυτοκτονώ. Μάνος Τασάκος» δεν αφήνει αμφιβολία περί της αυτοκτονίας και η υπόθεση παραπέμπεται στο αρχείο. Έπειτα από τη συνάντηση με τη Μαρία Ρούση και την ανασύνθεση του έργου από τον Καραγάτση, βάσει των στοιχείων που περιέχει ο φάκελος, γίνεται φανερό ότι τα γεγονότα δεν απέχουν πολύ από τη ζωή του μυθιστοριογράφου και των συνθηκών του θανάτου του. Αλαζόνας, αριβίστας και αδίστακτος, ο Τασάκος ερωτεύεται τη Μαρία, κόρη του Θανασούλη Πετρόπουλου, ξεπεσμένου μεγαλογαιοκτήμονα, που έχασε την περιουσία του μετά τις απαλλοτριώσεις του Βενιζέλου κατά την αγροτική μεταρρύθμιση του ’17. Στόχος του Πετρόπουλου να παντρέψει την κόρη του με πλούσιο γαμπρό, ώστε να έχει άνετη ζωή και να εξασφαλίσει και ο ίδιος τα απαραίτητα.

«Άκου, παιδί μου […] πρέπει σύντομα κι οι δυο να πάψουμε να πεινάμε. Μοναδικός τρόπος να κάνεις ένα πλούσιο γάμο – και μην ξεχνάς πως εξόν από την ευκή μου, άλλη προίκα δεν έχω να σου δώσω. Πρέπει λοιπόν κάποιον παραλή να τυλίξεις. Κι οι παραλήδες συνήθως δεν παντρεύονται τις κουρελούδες θυγατέρες κακοντυμένων πατεράδων», συμβούλευε την κόρη του. Η Μαρία σχεδίαζε να παντρευτεί τον Νίκο Ρούση, ανεψιό και κληρονόμο του νομπελίστα, «όμορφο, ρομαντικό και χυδαίο εναλλάξ, κοσμικό και αργόσχολο», ο οποίος «διατηρούσε το αίσθημά του για κείνην σε αυστηρώς πλατωνικά επίπεδα». Ο «Εωσφόρος» ωστόσο είχε άλλα σχέδια για τα δυο του παιδιά, τον Τασάκο και τη Μαρία, που ερωτεύονται με πάθος έχοντας στην ψυχή τους την κατάρα της αυτοκαταστροφής.

Στο μυθιστόρημα «η ιστορία διαπλέκεται με τη μυθιστορία, τα εφευρημένα γεγονότα ταυτίζονται με τα πραγματικά, συγγραφέας και αναγνώστης δεν γνωρίζουν τελικά πού σταματά η ζωή και πού αρχίζει το μυθιστόρημα, ποια η αλήθεια και ποια η πλαστότητα»[4]. Θα πρέπει εδώ να προστεθεί η έντονη παρουσία του Κωστή Ρούση (από το νεανικό ημερολόγιο του οποίου μαθαίνουμε με πόση ειλικρίνεια αγάπησε τη Λευκή, μητέρα του Νίκου, η οποία πέθανε στη γέννα του).

«Βρέχει, βρέχει, βρέχει… Δεν έχω δάκρυα, δεν έχω πόνο. Πηγαίνω απ’ την κούνια του μωρού στο κρεβάτι, όπου κοιμάται εκείνη. Σηκώνω το σεντόνι που σκεπάζει το κεφάλι της. Πρώτη φορά την είδα τόσο ωραία! Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου.»[5]

Στο μυθιστόρημα για τον Κωστή Ρούση διατυπώνεται η απορία: «Είναι περίεργο πώς τούτος ο άνθρωπος –ο μισάνθρωπος, ο ακοινώνητος και στερημένος από πραχτικήν εμπειρία καθηγητής γυμνασίου– διαχειρίστηκε επιτυχώς τα χρήματά του»[6]. Και πράγματι. Ο Ρούσης έπαιξε σε μεγάλα ξένα χρηματιστήρια «με οικονομική διαίσθηση δαιμονική», έκανε επενδύσεις σε ακίνητα και με τα χρήματα του Νόμπελ αγόρασε σαπιοκάραβα, τα ασφάλισε σε τιμή τετραπλάσια της αξίας τους και όταν τορπιλίστηκαν το 1918 τον έκαναν πλούσιο. Ο Τασάκος, οικονομικός πλέον σύμβουλος του Ρούση, θα τον συμβουλεύσει να επενδύσει πάλι σε καράβια λίγο πριν από τον πόλεμο. Όπως γράφει ο Beaton, το συγκεκριμένο βιβλίο του Καραγάτση εκφράζει «τη βαθιά πίστη του συγγραφέα στη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας»[7].

Κλείνοντας, θα πρέπει να προσθέσουμε την πρωταγωνιστική παρουσία στο μυθιστόρημα όχι μόνο του Τασάκου αλλά και του γιατρού Χρίστου Νεζερίτη (με αυτό το ψευδώνυμο υπέγραφε ο Καραγάτσης στο κατοχικό περιοδικό Πρωτοπόροι, προσεγγίζοντας για λίγο το εαμικό κίνημα), και φυσικά του Βασίλη Γιούγκερμαν, που επανακάμπτει σε αυτό το μυθιστόρημα τονίζοντας τη φιλελεύθερη ιδεολογία του.

Ο καραγάτσειος φιλελευθερισμός τονίζεται επίσης με το γεγονός ότι στον μύθο καμιά ανθρώπινη προσπάθεια δεν ευοδώνεται εκτός από την οικονομική, την επιχειρηματική. Όλες οι άλλες επιδιώξεις (έρωτας, οικογένεια, κοινωνικότητα, φιλία) ναυαγούν. «Όλα τα παραμονεύει η ζηλόφθονη Μοίρα, το Ριζικό, για να τα τσακίσει με εγγενή σαδισμό τη στιγμή που φαίνεται κάποιο φως.»[8] Ο γιος του νομπελίστα, Μίλτος Ρούσης, εξιδανικεύει την ελεύθερη επιχείρηση σε κοινωνική ηθική[9]:

«Ο Μίλτος σήμερα θεωρείται ο προφήτης του εκβιομηχανισμού της Ελλάδας, ο πεφωτισμένος μιας αλτρουιστικής ιδεολογίας και προσπάθειας. Πιστεύει φανατικά, καμιά φορά και άκριτα, πως η ανάπτυξη της βιομηχανίας στο έπακρο θα εξασφαλίσει την υλική ευημερία του ελληνικού λαού. Όταν μοντάρει ένα νέο εργοστάσιο, δεν ονειρεύεται τα κέρδη που θα εισρεύσουν στο χρηματοκιβώτιό του. Οραματίζεται τα προϊόντα του εργοστασίου που θα σκορπιστούν άφθονα και φτηνά στην κατανάλωση και θα προσθέσουν μια πέτρα στο οικοδόμημα του υλικού μας πολιτισμού […].»[10]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. «Ο φιλελευθερισμός του Καραγάτση» του Δημήτρη Ραυτόπουλου (Κριτική της κριτικής, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2017, σσ. 196-221) και στον συλλογικό τόμο Μ. Καραγάτσης, Ιδεολογία και πολιτική. Πρακτικά συνεδρίου 4-5 Απριλίου 2008, Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, Νεοελληνική Φιλολογία – 4, Αθήνα 2010, σσ. 117-132.
[2] Βλ. Κ. Α. Δημάδης, Δικτατορία, Πόλεμος και Πεζογραφία (1936-1944), Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1991.
[3] Άρης Μπερλής, Παρουσίαση – ανθολόγηση του Μ. Καραγάτση στον Δ’ τόμο της Ανθολογίας Σοκόλη (Μεσοπολεμική πεζογραφία), σελ. 287.
[4] Άρης Μπερλής, όπ. αν., σελ. 288.
[5] Κίτρινος φάκελος, τόμος Α’, σελ. 308. Με πλάγια οι λέξεις που χαράχτηκαν στον τάφο του συγγραφέα Μ. Καραγάτση στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση στη συλλογή διηγημάτων Το μεγάλο συναξάρι. (Αετός, 1951)
[6] Κίτρινος φάκελος, τόμος Α’, σσ. 45-46.
[7] Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σσ. 296-297.
[8] Βλ. «Ο φιλελευθερισμός του Καραγάτση» του Δημήτρη Ραυτόπουλου (Κριτική της κριτικής, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2017, σελ. 210).
[9] Βλ. όπ. αν. σελ. 211.
[10] Κίτρινος φάκελος, τόμος Β’, σσ. 138-139.

Πηγή: diastixo.gr

Post Author: newzme